Τυνησία , μέρος 2ο

Κείμενο/φωτογραφίες: Δημήτρης Κατσούλας



Από τις εύφορες πεδιάδες του βορρά βρεθήκαμε σ’ ένα άνυδρο και άγριο τοπίο που μας επιβεβαίωνε πως η μικρή σε έκταση Τυνησία είναι μια χώρα με μεγάλες αντιθέσεις. Στην θέα της ερήμου, το μυαλό μας ταξίδευε πίσω στο χρόνο, «σκηνοθετώντας» εικόνες με καραβάνια, πολύβουα παζάρια , πρόσωπα σμιλευμένα από τον αέρα και μικρούς επίγειους παράδεισους, τις οάσεις. Σε αυτή την γεωγραφική περιοχή της χώρας βρίσκονται μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα αξιοθέατα της Τυνησίας, που προσφέρουν απλόχερα στους επισκέπτες μοναδικές εμπειρίες!

Κείμενο.φωτογραφίες : Δημήτρης Κατσούλας
Πάντα ήθελα να περιπλανηθώ με την μοτοσικλέτα μου στις χώρες του εξωτικού Μαγκρέμπ (Βορειοδυτική Αφρική). Να οδηγήσω σε αχαρτογράφητους δρόμους, να γνωρίσω ανθρώπους με διαφορετική κουλτούρα, να βιώσω  τους παλμούς καθημερινότητας μιας αραβικής χώρας και να ξεναγηθώ σε διάσημα ιστορικά μνημεία, δίχως να απολαμβάνω τις ανέσεις των τουριστικών λεωφορείων και να ανέχομαι την παρουσία πολύχρωμων τουριστών.
Ήταν Δεκέμβριος του 2010 όταν στην Τυνησία ξεσπούσε η Αραβική Άνοιξη. Όλα ξεκίνησαν με τις διαμαρτυρίες των ντόπιων ενάντια στην σκληρή κυβερνητική πολιτική, ενώ αφορμή για τα εκτεταμένα επεισόδια στην διάρκεια των οποίων εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, αποτέλεσε η αυτοπυρπόληση ενός πλανόδιου πωλητή στην πόλη Σίντι Μπουζίντ - η Τυνησία βρέθηκε τότε στο χείλος του εμφυλίου. Παράλληλα, το πλήγμα στην οικονομία της βορειοαφρικανικής χώρας υπήρξε τεράστιο, αφού λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσε, ο τουρισμός σημείωσε κατακόρυφη πτώση.
Η νέα κυβέρνηση που ανέλαβε τα ηνία της χώρας κατάφερε να εξομαλύνει την κατάσταση και έτσι η ζωή στην χώρα σύντομα επέστρεψε σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Αυτή η ευχάριστη εξέλιξη αναθέρμανε τα πλάνα μου για ένα δίτροχο ταξίδι στην βορειοαφρικάνικη χώρα των γοητευτικών αντιθέσεων.
Με πληθυσμό περίπου 8.500.000 κατοίκους και έκταση 163.600 τ. χλμ., η Τυνησία είναι η μικρότερη χώρα της Βόρειας Αφρικής. Ανεξαρτητοποιήθηκε από την Γαλλία το 1956 και τα τελευταία 30 χρόνια έχει εξελιχθεί σ’ έναν ελκυστικό τουριστικό προορισμό, που σαγηνεύει και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη.
Η Τυνησία χαρακτηρίζεται από πλούσια τοπογραφική ποικιλία (ερήμους, οάσεις, εύφορες πεδιάδες και ορεινές περιοχές), αλλά και μια μακραίωνη ιστορική παρουσία 3.000 χρόνων στον χώρο της Μεσογείου. Η αρχή έγινε από τους Φοίνικες, που ίδρυσαν τον 6ο π. Χ. αιώνα  την Καρχηδόνα, η οποία εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες στρατιωτικές και πολιτικές δυνάμεις της περιοχής. Μετά τους Καρχηδόνιους, «αφεντικά» της χώρας έγιναν κατόπιν οι Ρωμαίοι, οι Βάνδαλοι, οι Οθωμανοί, οι Ισπανοί και οι Γάλλοι.
Όλοι τους άφησαν το δικό τους στίγμα στην πολιτιστική και ιστορική διαδρομή της Τυνησίας μέσα στον χρόνο και βοήθησαν στην δημιουργία ενός μοναδικού μωσαϊκού πολιτισμικών επιρροών, για το οποίο περηφανεύεται σήμερα η χώρα.

 
Από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση

Μια εβδομάδα πριν το Πάσχα του 2014, βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε στα νερά της Μεσογείου με προορισμό το λιμάνι της Τύνιδας, επιβάτες ενός σκυλοπνίχτη της Grimaldi Lines. Έπειτα από 31 ώρες πλεύσης από το Σαλέρνο της νοτιοδυτικής Ιταλίας, το πλοίο έδεσε επιτέλους κάβους στο λιμάνι της Τύνιδας.  
Οι εμπειρίες μας εν πλω δεν μπορούν να περιγραφούν - το αντίτιμο του εισιτηρίου, σε σχέση με τις παροχές του πλοίου, απείχαν παρασάγγας. Η χειρότερη, ίσως, ακτοπλοϊκή εταιρεία με την οποία είχαμε ταξιδέψει. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στο Σαλέρνο είχαμε 6 ώρες καθυστέρηση και στην Τύνιδα άλλες 7 ώρες καθυστέρηση.
Το πλοίο ήταν σε άθλια κατάσταση, παραμελημένο και βρωμερό. Τα προβλήματα ξεκινούσαν από την στεριά. Χώρος αναμονής για τους επιβάτες δεν υπήρχε, το λιμάνι του Σαλέρνο είναι εμπορικό, το μόνο που έβλεπες ήταν τράκτορες που περίμεναν να εισέλθουν στα αμπάρια των πλοίων ενώ οι λιμενικές αρχές (κυρίως της Ιταλίας) μας αντιμετώπιζαν σαν «σκουπίδια». Όσο για το πλοίο , στους διαδρόμους του επικρατούσε ένα χάος από τους μουσουλμάνους που κοιμόντουσαν όπου έβρισκαν, οι βασικές υποδομές ήταν κατεστραμμένες (τουαλέτες , καθίσματα κλπ ) το δε φαγητό που πρόσφεραν ήταν τουλάχιστον απαράδεκτο και πανάκριβο.  Μιλάμε για 31 ώρες μαρτυρίου, κυριολεκτικά…
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν οι ρόδες των μοτοσικλετών πάτησαν –για πρώτη φορά- αφρικανικό έδαφος. Ακολουθήσαμε πιστά τις υποδείξεις των Τυνήσιων τελώνων για την «γραφειοκρατική» είσοδο στην χώρα και μετά από μια ώρα διαδικασιών βρισκόμασταν στην κεντρική οδό που συνέδεε το εμπορικό λιμάνι με το κέντρο της πόλης…

1η  Ημέρα: Τύνιδα – Τεμπουρσούκ – Ντούγκα – Καϊρουάν –Σμπέιτλα (430 χλμ. επαρχιακού δικτύου, εκ των οποίων 50 χλμ. ήταν αυτοκινητόδρομος).

Το ταξίδι μας στην Τυνησία θα ξεκινούσε από την πρωτεύουσα Τύνιδα με κατεύθυνση δυτικά προς την ενδοχώρα - πρώτη στάση τα ερείπια της ρωμαϊκής πόλης Ντούγκα (οδοί Α3, Ρ5). Στην συνέχεια, με πορεία νοτιοανατολικά, θα οδηγούσαμε προς την ιερή πόλη Καϊρουάν, ενώ η κατάληξη της διαδρομής ήταν στην Σμπέιτλα, μια ακόμη πόλη με ρωμαϊκά ερείπια.

 Πρώτη στάση: Ρωμαϊκή πόλη Ντούγκα (Dougga).


Η αρχαιολογική περιοχή της Ντούγκα βρίσκεται περίπου 6 χλμ.νοτιοδυτικά της πόλης Τεμπουρσούκ. Έχει χαρακτηριστεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την Unesco το 1997 και θεωρείται από τις πιο καλοδιατηρημένες ρωμαϊκές πόλεις στην Βόρεια Αφρική.
Μόλις πατήσαμε το πόδι μας στον αρχαιολογικό χώρο, ασυναίσθητα νιώσαμε να μας πλημμυρίζει μια μοναδική ενέργεια. Για αρκετές ώρες περιπλανηθήκαμε στα πέτρινα καλντερίμια της πόλης, θαυμάσαμε την υπέροχη πανοραμική θέα προς την κοιλάδα και εξερευνήσαμε ναούς, δημόσια κτίρια, θέατρα και εξαίσιες επαύλεις επιφανών Ρωμαίων.





 
Στα σημαντικά μνημεία που είδαμε ήταν το αρχαίο θέατρο, το Καπιτώλιο (ένας ναός αφιερωμένος στον Δία, την Ήρα και την Αθηνά), ο ναός του Κρόνου και οι  Θέρμες (χειμερινά λουτρά) του Λυκινίου. Η είσοδος στον αρχαιολογικό χώρο κοστίζει 7 δηνάρια.

Αφήνοντας πίσω μας το οροπέδιο της Ντούγκα, συνεχίσαμε την περιπλάνηση μας νοτιότερα, με προορισμό την ιερή πόλη Καϊρουάν. Η διαδρομή έγινε μέσω επαρχιακού δικτύου (οδοί Ρ18, C73 ,C46), και όχι από αυτοκινητόδρομους. Η ποιότητα της ασφάλτου δεν μας προβλημάτισε σε κανένα σημείο της διαδρομής, μιας και οι ταχύτητες ήταν μικρές. Έπρεπε όμως να είμαστε προσεκτικοί, γιατί οι δρόμοι ήταν στενοί και οι οδηγοί μάλλον… αυτοδίδακτοι!

Δεύτερη στάση: Καϊρουάν

Φθάνοντας στην πόλη Καϊρουάν, αρκετοί καλοθελητές μας περικύκλωσαν φωνάζοντας «rooms», «hotel», «café». Αγνοώντας τους, συνεχίσαμε την πορεία μας μέχρι που φτάσαμε έξω από τα τείχη της Μεδίνα. Εκεί, ένας εξ αυτών, προσφέρθηκε να μας ξεναγήσει στα δαιδαλώδη σοκάκια της παλιάς πόλης… Δεν αρνηθήκαμε, παρκάραμε τις μοτοσικλέτες και ακολουθήσαμε για περίπου μια ώρα τον Μοχάμεντ, ο οποίος, σε άπταιστα αγγλικά, μας ξετύλιξε το κουβάρι της Ιστορίας της πόλης.
Στο τέλος της ξενάγησης, ευγενικός και περιχαρής, ο Μοχάμεντ μάς ζήτησε για τις υπηρεσίες του, ούτε λίγο ούτε πολύ, το ποσό των 50 Ευρώ! Φυσικά, μετά από έναν επικό διάλογο, πήρε μόνο 5 ευρώ και πήγε στην ευχή του Αλλάχ...


Η Καϊρουάν είναι από τις σημαντικότερες πόλεις της Τυνησίας, αλλά και όλου του ισλαμικού κόσμου. Ιδρύθηκε το 670 μ. Χ. από τον Οκμπά Ιμπιν Ναφί και αποτελεί το τρίτο μεγαλύτερο θρησκευτικό  κέντρο του Ισλάμ στον κόσμο, μετά την Μέκκα και την Μεδίνα (Σαουδική Αραβία). Σύμφωνα με τους μουσουλμάνους, επτά προσκυνήματα στο τέμενος Οκμπά ισοδυναμούν μ’ ένα στην Μέκκα!

Θρησκευτικό ορόσημο της πόλης είναι το μεγαλοπρεπές τέμενος «Οκμπά», που αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco από το 1988. Ακόμα ένα σημαντικό θρησκευτικό αξιοθέατο της Καϊραουάν είναι το ιστορικό «Τζαμί του Μπαρμπέρη», αφιερωμένο στην μνήμη του συντρόφου του προφήτη Μωάμεθ, του Sidi Sahab.
Αξιόλογο επίσης αξιοθέατο της Καϊρουάν είναι και οι δεξαμενές των Αγκλαβιτών, που κατασκευάστηκαν τον 9ο μ. Χ αιώνα και αποτελούσαν μέρος του μοναδικού υδραυλικού συστήματος της πόλης. Εξίσου σημαντικό αξιοθέατο είναι και το πηγάδι Μπιρ Μπαρούτα (8ος αιώνας). Για να αρδευτεί το νερό, χρησιμοποιείται ένα σύστημα τροχών που κινούνται με την βοήθεια μιας καμήλας! Σύμφωνα με τον μύθο, αν κάποιος πιει από το νερό του πηγαδιού, κάποια μέρα θα επιστρέψει στο Καϊρουάν!
Για το τέλος αφήσαμε τα χαλιά…. Είσοδος στο ειδικό κατάστημα, τσαγάκι, άραγμα στον καναπέ και… παρουσίαση όλων των καινούριων μοντέλων! Εξαιρετική εμπειρία, μοναδικά κομμάτια μπορδο-ροδο-κόκκινα με λίγο τυρκουάζ, μπόλικο παζάρι και πολύ γέλιο. Στο τέλος του σόου, χαρίσαμε στον καταστηματάρχη ένα μεγάλο «ευχαριστώ» πασπαλισμένο με λίγο χαμόγελο, κράνη στο κεφάλι και βουρ για την επόμενη πόλη, την Σπέιτλα, όπου και θα διανυκτερεύαμε (οδοί Ρ12, Ρ3, Ρ3Ε) 


Τρίτη στάση: Σπέιτλα

Περίπου 116 χλμ. νοτιοδυτικά της Καϊρουάν, μια στενή λωρίδα δρόμου διπλής κατευθύνσης οδήγησε μοτοσικλέτες και αναβάτες στην πόλη Σπέιτλα (ή Σουμπαϊτίλα), η οποία είναι γνωστή για τα ερείπια της ρωμαϊκής πόλης Σουφετούλα.
Στην είσοδο της πόλης αντικρίσαμε ένα στρατιωτικό απόσπασμα - ήταν η πρώτη φορά που είδαμε στρατό στην χώρα. Σταματήσαμε για να ζητήσουμε πληροφορίες σχετικά με το ξενοδοχείο που θα διαμέναμε. Με ευγενικό τρόπο -και στα αγγλικά- οι φαντάροι μας καθοδήγησαν, αφού πρώτα μας ρώτησαν από πού ερχόμαστε αλλά και τι τιμή έχουν οι μοτοσικλέτες μας!


Νωρίς το πρωί της επομένης, βρεθήκαμε στον αρχαιολογικό χώρο της Σουφετούλα (είσοδος 7 δηνάρια + 1 δηνάριο για τις φωτογραφικές μηχανές). Σύμφωνα με τους ιστορικούς, οι πρώτοι χριστιανοί εγκαταστάθηκαν στην πόλη γύρω στον 3ο αιώνα μ. Χ. και έκτισαν αρκετές εκκλησίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκύψει ένα ιδιότυπο «πάντρεμα» των δυο θρησκειών, του χριστιανισμού και του ειδωλολατρισμού. Από την μια εντυπωσιάζεται κανείς από το φόρουμ και το Καπιτώλιο (με τους ναούς του Δία της Ήρας και της Αθηνάς), και από την άλλη θαυμάζει τα ερείπια της Βασιλικής του Μπελάτορ, του Αγίου Σέρβου και του Αγίου Βιταλανού.




Περισσότερη από μία ώρα περιπλανηθήκαμε στον αρχαιολογικό χώρο της Σουφετούλα και στο παρακείμενο μουσείο. Κι όταν τα ρολόγια έδειχναν αισίως 10:30 το πρωί, εμείς ξεκινούσαμε για την πόλη Κάφσα (οδοί Ρ13, Ρ3), που αποτελεί τον κυριότερο συγκοινωνιακό κόμβο βορρά-νότου στην δυτική πλευρά της χώρας.
Απλωμένη ανάμεσα σε αμπελώνες και ελαιώνες, η Κάφσα μάς προετοίμασε σιγά-σιγά για την επικείμενη είσοδό μας στην έρημο Σαχάρα. Αν και οι κάτοικοί της θεωρούνται φανατικοί μουσουλμάνοι, δεν αντιμετωπίσαμε κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, δεν έλειψαν οι θερμές χαιρετούρες, ενώ η λέξη «Γιουνάν, Γιουνάν» ακούγονταν κατά την διέλευσή μας. 
Από την Κάφσα συνεχίσαμε νότια με κατεύθυνση την πόλη Τοζέρ, οδηγώντας πάνω στην οδό Ρ3. Το τοπίο σταδιακά άλλαξε, από τα πράσινα χωράφια και τους μικρούς λόφους, βρεθήκαμε στην αγκαλιά μιας απέραντης στέπας, όπου το πράσινο χορτάρι των αγρών είχε μετατραπεί σε άμμο...



    Καθοδόν προσπεράσαμε την πόλη Μετλαουί, ένα από τα κυριότερα κέντρα εξόρυξης φώσφορου στην χώρα. Η Μετλαουί είναι ωστόσο γνωστή στους τουρίστες χάρη στο τρένο «Lezard Rouge», το οποίο ταξιδεύει από τις αρχές του 20ουαιώνα στο φαράγγι Σελτζά, διαγράφοντας μια διαδρομή περίπου 15 χλμ. σε μισή ώρα.
   Και τελικά φτάσαμε στην μυθική Τοζέρ, μια πόλη-όαση κτισμένη μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος από  χιλιάδες φοίνικες. Από τις ωραιότερες οάσεις της χώρας, η Τοζέρ αποτελεί ένα τουριστικό κέντρο που προσφέρεται ως ορμητήριο για τους ταξιδιώτες που θέλουν να περιηγηθούν στις ορεινές οάσεις της ευρύτερης περιοχής, καθώς και στην αλμυρή λίμνη Αλ Τζάριντ !








   Αφού αφήσαμε τις αποσκευές μας στο ξενοδοχείο, συνεχίσαμε την δίτροχη πορεία μας προς την πόλη-όαση Νάφτα, την δεύτερη ιερότερη πόλη της Τυνησίας, μετά την Καϊρουάν. Από την Νάφτα, οδηγώντας τις μοτοσικλέτες ανάμεσα σε τεράστιους αμμόλοφους, προσεγγίσαμε κατόπιν τα εγκαταλελειμμένα σκηνικά της γνωστής κινηματογραφικής ταινίας «Ο Πόλεμος των Άστρων» (χάρτης:Mos Espa). 




Εντυπωσιασμένοι από τα ερείπια των σκηνικών, σπαταλήσαμε αρκετά MB στους σκληρούς δίσκους των φωτογραφικών μηχανών προσπαθώντας να αποθανατίσουμε το εξωγήινο τοπίο. Ήμασταν σίγουροι πως κάπου εκεί κρυβόταν ο Λουκ Σκάιγουόκερ και μας κοιτούσε: «Είθε η Δύναμη να είναι με Εσάς»

Συνεχίζετε....

Κυκλώνοντας το βουνό των Κενταύρων

Κείμενο/φωτογραφίες : Σωκράτης Πανουσίου 



Το Πήλιο είναι ένα από τα ομορφότερα ελληνικά βουνά. Αποτελεί ταυτόχρονα και έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς της πατρίδας μας.  Με μέγιστο ύψομετρο τα 1.624 μέτρα και θέα το Αιγαίο και τον Παγασητικό, το «Βουνό των Κενταύρων»* συνδυάζει με απίστευτη αρμονία την οργιώδη βλάστηση, τα άφθονα πηγαία νερά, τις πεντακάθαρες εξωτικές παραλίες, τα αρχοντικά με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία και την αυθεντική ελληνική παραδοσιακή κουζίνα.

Στο Πήλιο σύμφωνα με τη μυθολογία κατοικούσαν οι περιβόητοι Κένταυροι, πλάσματα που ήσαν κατά το ήμισυ άνθρωποι και κατά το ήμισυ άλογα! Ένας άλλος μύθος λέει ότι από την Ιωλκό (που βρισκόταν περίπου εκεί που βρίσκεται σήμερα ο Βόλος) ο Ιάσων επιβιβάστηκε στην Αργώ και ξεκίνησε την Αργοναυτική Εκστρατεία για να φέρει το χρυσόμαλλο δέρας από την Κολχίδα της Μικράς Ασίας.
Το Πήλιο θεωρείται και είναι το πιο πυκνοκατοικημένο Ελληνικό βουνό. Στον κυρίως όγκο του βουνού βρίσκονται περίπου 30 παραδοσιακά χωριουδάκια, το καθένα με το δικό του χαρακτήρα, τα περιποιημένα σπιτάκια, τους ξενώνες, τις ταβέρνες, τα καλντερίμια και τα "παζάρια". Έτσι αποκαλούν στο βουνό των Κενταύρων τις πλατείες. Και τι πλατείες! Η μία πιο όμορφη από την άλλη! Όλες με τον απαραίτητο πλάτανο, την πέτρινη βρυσούλα, τα καφενεδάκια και τα τσιπουράδικα!

 Ειδικότερα η κυκλική διαδρομή ξεκινώντας από Βόλο προς Πορταριά – Μούρεσι – Τσαγκαράδα – Μηλιές – Αγριά και επιστροφή στο Βόλο είναι γνωστή στους ντόπιους αλλά και στον ταξιδιάρικο μοτοσυκλετιστικό κόσμο και ονομάζεται «μεγάλος γύρος του Πηλίου».


Ξεκινώντας από Βόλο αξίζει να περάσουμε πρώτα από την πανέμορφη Μακρυνίτσα που θεωρείται - όχι άδικα - και το «μπαλκόνι του Πηλίου». Χαρακτηρισμός αρκετά πετυχημένος μιας και η Μακρυνίτσα έχει την ιδιαιτερότητα να είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο από 300 μ. μέχρι 850 μ. με την κεντρική της πλατεία να είναι στα 625 μ. , απ’ όπου ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει την άπλετη θεα προς Βόλο και τον Παγασητικό Κόλπο. Διατηρητέος οικισμός μιας και ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία, τα καλοδιατηρημένα και αναστηλωμένα αρχοντικά του, τα γραφικά και αριστοτεχνικά καλντερίμια του, τις 60 περίπου παραδοσιακές του κρήνες (από τις οποίες οι 40 έχουν χαρακτηριστεί ιστορικά διατηρητέα μνημεία) και το καταπράσινο τοπίο με τα πλατάνια, τις καστανιές, τις καρυδιές και τις οξιές. Ο δρόμος τερματίζει στην πλατεία Μπράνη όπου είναι και το Παρκινγκ για τα οχήματα μιας και ο πλακόστρωτος κεντρικός δρόμος που ξεκινάει από εκεί χρησιμοποιείται μόνο για προσωρινή επιβίβαση αποβίβαση. Εμείς κινηθηκαμε άνετα σε αυτόν αφού ήταν και επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε την Μακρυνίτσα ως διαμονή και βάση για τις περαιτέρω εξορμίσεις μας.

Μακρυνίτσα (Το μπαλκόνι του Πηλίου)


Ο κεντρικός δρόμος






Επόμενος προορισμός  Πορταριά (3χιλ. από Μακρυνίτσα) και συνεχίζουμε ανηφορικά μέχρι τα Χάνια (1200μ. υψόμετρο) το χειμερινό θέρετρο όπου αποτελεί ορμητήριο για τους λάτρεις του χειμερινού σκι μιας και λίγο μετά βρίσκεται η τοποθεσία Αγριόλευκες με το πολύ καλά οργανωμένο χιονοδρομικό κέντρο Πηλίου (1427μ). Tip… Όσο δεν υπάρχει χιόνι προσφέρεται και για κάποιες «ειδικές» διαδρομές με μηχανή.

Από εκεί ξεκινάει η κατάβαση με θέα πλέον προς το Αιγαίο. Ο δρόμος στο τμήμα αυτό (επαρχ. Δρόμος Κισσού) είναι σχετικά νέος οπότε η ποιότητα του οδοστρώματος είναι άριστη προσφέροντας καλή πρόσφυση, ωστόσο δεν μπορείς να χαλαρώσεις με το δίτροχο αφού οι δρόμοι σε όλο το βουνό είναι σχετικά στενοί και απαιτείται πολύ προσοχή. Εναλλακτικά υπάρχει και δρόμος προς Ζαγορά που είναι εξίσου όμορφος και γραφικός ειδικά στα πρώτα χιλιόμετρα.

Κατηφορίζοντας φτάνουμε στο Μούρεσι και σε άλλα τουριστικά θερινά θέρετρα με υπέροχες εξωτικής ομορφιάς παραλίες (εκτεθιμένες όμως στον Βοριά). Το γνωστότερο είναι ο Αγιος Ιωάννης (επίνειο του Αγ. Δημήτριου) όπου υπάρχει και το οργανωμένο campingPapaNero στην ομώνυμη παραλία.

Λίγο παραπέρα είναι η Τσαγκαράδα που λέγεται ότι είναι ένα χωριό μέσα στο δάσος ή το δάσος είναι μέσα στο χωριό. Ο παραδοσιακός αυτός οικισμός είναι ο πιο αραιοκατοικημένος, όχι μόνο στο βουνό των Κενταύρων, αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, αφού στην ουσία πρόκειται για μία πολύ μεγάλη περιοχή πνιγμένη στο πράσινο. Τα ψηλότερα σπίτια βρίσκονται στα 540 μ. υψόμετρο και τα χαμηλότερα δίπλα στη θάλασσα. Η κεντρικότερη πλατεία (της Αγ. Παρασκευής) έχει 420 μ. υψόμετρο.

Χάρη στην οργιώδη βλάστηση, τους θερινούς μήνες η θερμοκρασία στα ψηλότερα σημεία του χωριού είναι το μεσημέρι έως και 8°C χαμηλότερη απ' ό,τι είναι την ίδια ώρα στα χαμηλά, δηλαδή στη θάλασσα. Κάνεις δηλαδή το μπάνιο σου στη θάλασσα και σε 5 λεπτά αράζεις σε κάποια δροσερή πλατεία για τα περαιτέρω σχετικά μεζεδάκια...

Άξιο αναφοράς και το ομώνυμο πετρόχτιστο τοξωτό γεφύρι. Χτίστηκε τον 18ο αιώνα (Χτίστηκε το 1787) και γεφυρώνει το φαράγγι του Μυλοποτάμου που βρίσκεται ανάμεσα στην Τσαγκαράδα και το Ξουρίχτι. Η πρόσβαση σε αυτό είναι πολύ εύκολη. Από τον κεντρικό δρόμο μετά την πινακίδα που οριοθετεί την Τσαγκαράδα θα συναντήσετε μία πινακίδα που γράφει «παλιό γεφύρι». Ένα κατηφορικό μονοπάτι ανάμεσα στις καστανιές σας οδηγεί σε λίγα λεπτά σε ένα απίθανο μέρος μέσα στο δάσος με τα πλατάνια.



Από Τσαγκαράδα επίσης μπορεί να υπάρξει άλλη μια μικρή απόκλιση (7 χιλ.) προς την χιλιοφωτογραφημένη παραλία του Μυλοπόταμου. Στην ουσία πρόκειται για μια διπλή παραλία που χωρίζεται φυσικά σε βόρειο και νότιο μέρος μέσω ενός τρύπιου βράχου που επιτρέπει την επικοινωνία των δύο τμημάτων.



Περνώντας το καταπράσινο φαράγγι συνεχίζουμε τον δρόμο προς Μηλιές – Βυζίτσα – Πινακάτες. Οικισμοί που ξεχειλίζουν από γραφικότητα και την ιδιαίτερη πηλειορήτικη αρχιτεκτονική. Όχι άδικα θεωρείται ότι αυτοί οι γραφικότατοι οικισμοί αποτελούν ένα ζωντανό υπαίθριο μουσείο της παραδοσιακής πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής.





Η μαρμάρινη νεοκλασική κρήνη με λεοντοκεφαλές του 1894



Άξιο αναφοράς η αναβίωση του θρυλικού «Μουντζούρη» το τρενάκι που τα τελευταία χρόνια μπήκε και πάλι στις ράγες και ξεκινάει από τα Άνω Λεχώνια και καταλήγει στις Μηλιές. Παλαιότερα η αφετηρία του ήταν στο κέντρο του Βόλου και εξυπηρετούσε όλη την επιβατική κίνηση προς το νοτιοδυτικό τμήμα του βουνού. Σήμερα πλέον έχει τουριστικό χαρακτήρα και εκτελεί δρομολόγια κυρίως τη θερινή σεζόν.

Ο Θρυλικός Μουντζούρης



Απο εκεί κατηφορίζουμε  με θέα πλέον τον Παγασητικό ,μια υπέροχη διαδρομή συνεχόμενα στροφηλίκια. Φθάνοντας στον Αγιο Βλάσιο (παλαιότερα το χωριό λεγόταν Καραμπάσι) η βλάστηση σκεπάζει τον δρόμο. Το κομμάτι της διαδρομής που αξίζει περισσότερο είναι τα 2-3 χλμ. από τον οικισμό Παλαιόκαστρο μέχρι τα Άνω Λεχώνια. Ο δρόμος χώνεται μέσα σε μια ρεματιά με πυκνή αδιαπέραστη βλάστηση, σα να είμαστε στη ζούγκλα! Στο μεγαλύτερο τμήμα αυτού του κομματιού ο ήλιος δεν φτάνει ποτέ στο έδαφος, αφού τα δέντρα εκατέρωθεν του οδοστρώματος είναι τόσο σφιχτά αγκαλιασμένα, που δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις ποιο κλαδί ανήκει σε ποιο δέντρο ενώ με άφθονα ρυάκια κυλούν δίπλα στο δρόμο.
Από εκεί μπορούμε να αποκλίνουμε αν θέλουμε προς Άγιο Λαυρέντιο (10 χιλ στο πήγαινε).
Εν κατακλείδι ακολουθούμε την διαδρομή προς Αγριά και στην συνέχεια οδηγούμε προς Βόλο όπου κλείνει και η κυκλική διαδρομή μας. 
Το Πήλιο δίνει την ευκαιρία σε κάθε μοτοταξιδιώτη να απολαύσει αυτήν την ευλογημένη γη κατά μήκος του οδικού του δικτύου αλλά και μέσω των κατάφυτων μονοπατιών του! Είναι ένας "πρέπει να πας " προορισμός για όλους !

Σημ. : Περισσότερες πληροφορίες για κάθε έναν οικισμό ξεχωριστά θα βρείτε στον εξαιρετικό ιστότοπο  http://partetavouna.blogspot.gr

Ορεινή Κορινθία:

οργάνωση εκδρομής Δημήτρης Κατσούλας,
Φωτογραφίες: Δημήτρης Κατσούλας, Νίκος Παπαθανασίου. 





Νοέμβριος , ο ενδέκατος μήνας του Γρηγοριανού ημερολογίου , ο μήνας που ονομάστηκε «ανακατωμένος» μιας και οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν κατά την διάρκεια του είναι ακατάστατες! 2 Νοεμβρίου η ομάδα του «μοτοταξιδιώτη» οργάνωσε μια «ανακατωμένη» εκδρομή που περιελάμβανε «αντιθέσεις» ! Οι «αντιθέσεις»  τοπίων και θρησκειών!
 Η γεωγραφική περιοχή που κινηθήκαμε απέχει μόλις 140 χιλιόμετρα από την Αθήνα, γραφικά χωριά , πέτρινοι παραδοσιακοί οικισμοί , λίμνες , κατάφυτοι ορεινοί όγκοι, συνθέτοντας ένα πεδίο μοτοσικλετιστικής δράσης που καλύπτει και τον πιο απαιτητικό αναβάτη. Καλώς ήρθατε στην Ορεινή Κορινθία.
Η πρόσβαση στην περιοχή μπορεί γίνει με διάφορους τρόπους, είτε από Νεμέα , είτε από Κιάτο είτε από το Ξυλόκαστρο κλπ. Ακολουθήσαμε την Ε.Ο Αθηνών Πατρών μέχρι το Ξυλόκαστρο και από εκεί μέσω της επαρχιακής οδού Ξυλοκάστρου Τρικάλων βρεθήκαμε στο χωριό Ρέθι. Μέσω στενού και παραμελημένου δρόμου  διασχίσαμε τα απομονωμένα χωριά  Σοφιανά, Σπαρταναίϊκα και Λαγκαδαίικα. Από τα Λαγκαδαίκα ξεκινά ένας βατός χωματόδρομος προς το όρος Μαυροβούνι όπου έγινε και η πρώτη στάση της εξόρμησής μας στο Βουδιστικό Κέντρο Κάρμα Μπέρτσεν λινγκ!


Μια χειμερινή εξόρμηση "θεραπείας" από τα κοινά έχει ήδη οργανωθεί...αυτό που μένει είναι μόνο η συμμετοχή μας , μετράμε μέρες!
 Πρόκειται για μια συνάντηση η οποία ευελπιστούμε πως θα φέρει κοντά όλους εκείνους που αγαπούν την μοτοσυκλέτα και το ταξίδι γνωρίζοντας παράλληλα τις ομορφιές του τόπου μας.

 Συνολικά στο διήμερο θα διανυθούν 500 περίπου χιλιόμετρα και η διαδρομή περιλαμβάνει πολλές από τις ομορφιές της Βάλια Κάλντα της Πίνδου των  Τζουμέρκων αλλά και των Αγράφων.