Κείμενα/Φωτό: Μητσάκης Κων/νος
                           Όλγα Παπαδόγιαννη


   Άμμος, διαμάντια, σβάστικες και Απαρτχάιντ αποτελούν ένα εκρηκτικό, μεθυστικό κοκτέιλ που σερβίρεται σ’ όλες τις μπυραρίες της Νοτιοαφρικανικής …Γερμανίας! Πρόκειται για μια χώρα της νότιας Αφρικής, με εμφανή τις επιρροές του  αποικιοκρατικού της παρελθόντος, που οι έγχρωμοι κάτοικοί της ονομάζουν Ναμίμπια!
                                   
   Το ασφάλτινο ίχνος του Kalahari Highway έμοιαζε μ’ ένα μαγικό χαλί που ξεδιπλωνόταν κάτω από τις ρόδες της κόκκινης μοτοσυκλέτας. Οδηγώντας πάνω στον αυτοκινητόδρομο της νοτιοαφρικανικής ερήμου Καλαχάρι με κατεύθυνση την πρωτεύουσα της Ναμίμπια Γουίντχοκ, νιώθαμε σαν αναπόσπαστο κομμάτι ενός τοπίου, που είχε ως κύρια χαρακτηριστικά έναν εκνευριστικά επίπεδο ορίζοντα, μια χαμηλή θαμνώδη βλάστηση και μια αβάσταχτη μοναξιά που ενδόμυχα μας τρόμαζε. Ο άνεμος που μας μαστίγωνε πάνω στην σέλα της μοτοσυκλέτας ήταν κρύος (καθότι χειμώνας) και οι νωχελικές ακτίνες του ήλιου ευπρόσδεκτες. Τα λίγα ξερά δέντρα που αντικρίζαμε έσπαγαν την μονοτονία ενός ερημικού κόσμου πρωτόγνωρης ομορφιάς, ενώ ένα απέραντο αμμώδη πέπλο αποτελούσε το βασικό στοιχείο της τοπικής φύσης.
κείμενο/Φωτογραφίες: Αχιλλέας Ασκώτης





     

Γεωργία....Αρμενία....φαντάζουν τόσο μακρινές, τόσο απόμερες, χώρες χαμένες στα βάθη των ηπείρων, χώρες που ακούγωνται απρόσιτες κ απαγορευτικές για αρκετούς αλλά και για κάποιους σαν κοντινοί προορισμοί. Μια σκέψη προς αυτές τις χώρες σε παρακινεί να σκέφτεσε αρνητικά, το μυαλό να λέει τι πάω να κάνω εκεί, πιο ζόρι με μαγνητίζει προς τα εκεί, γιατί βρε νέε Μαγγελάνε οι ορμές σου σε θέλουν να κάνεις εικόνες σε χώρες που φαντάζουν απαγορευτικές. Αυτές είναι προ-σκέψεις που έκανα άθελα  μου σε μια προσπάθεια, καθώς άνοιγα τον ηλεκρονικό μου χάρτη να βρώ νέες Ινδίες για να ικανοποιήσω το αεικίνητο σαν εκκρεμές ταξιδευτικό εσωτερικό μου κόσμο. Πολλοί όμως που αρέσκονται σε μότο-ταξιδιά θα καταλάβουν τι θα προσπαθήσω παρακάτω με λέξεις κ επίθετα να μεταφέρω για να καταλάβετε το απλοικό.....Γιατί?

Κείμενο/ φωτογραφίες : Βασίλης Μεταλλινός




Νοέμβριος 2014. Δελχί, περιοχή Paharganj 7 το πρωί. Το auto rickshaw σταματά στη στενή Arakhasan road. Δεν βλέπω πουθενά το guesthouse που έχω κλείσει και ο οδηγός, με καθαρόαιμο πεντιγκρί Ινδού απατεώνα, μου ζητάει το τηλέφωνο της ρεσεψιόν. Του το λέω. Καλεί. Μιλώντας σε ακατάληπτα hindi μετά από 10 δεύτερα το γυρνάει στ' αγγλικά λέγοντάς μου: Speak with the receptionist. Big problem my friend..."
Αρπάζω το τηλέφωνο και με σπαραγμό ψυχής με πληροφορεί ο ρεσεψιονίστ ότι το guesthouse έπαθε από χθες black out στον πίνακα των ηλεκτρικών και δεν θα λειτουργήσει μέχρι ν' αποκατασταθεί η βλάβη. Με διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνει καμία χρέωση στην πιστωτική μου κάρτα και με τρεμάμενη φωνή ανθρώπινου ράκους μου ζητάει συγγνώμη και μου το κλείνει. 
Ο Ινδός, σε φάση βωβού εσωτερικού σπαραγμού, παίρνει το τηλέφωνο και με ύφος υπερβολικής κατανόησης με καθησυχάζει, λέγοντάς μου να μην στενοχωριέμαι και ότι θα προσπαθήσει να μου "κλείσει" ένα καλό δωμάτιο σε άλλο ξενοδοχείο, χωρίς επί πλέον χρέωση για την διαδρομή. 
Δεν πέρασε μία ώρα που πάτησα στην Ινδία κι άρχισαν τα όργανα... Το σενάριο παλιό και βαθέως μεταχειρισμένο. "Φόρτωσα"...
"Πάνε με στο guesthouse μου αμέσως μη σου γα... ?" αντιστέκομαι με ηρωισμό.
"Είναι κλειστό το ξενοδοχείο σου μάι φρεντ" γρυλίζει ο Ινδός με έκδηλο πλέον το ξάφνιασμα στα ποντικίσια μάτια του.
"Δεν σε πληρώνω, κολ δε πολίς νάου" του φωνάζω διαβασμένος καλά, αφού γνώριζα ακόμα και το σημείο όπου υπήρχε Τουριστική Αστυνομία στην περιοχή.
Σπάζοντας όλα τα ρεκόρ θράσους, επιμένει να με πάει σε άλλο ξενοδοχείο και να μου χαρίσει τα κόμιστρα της διαδρομής.




Η φάση έχει λαστιχάρει και κατεβαίνω απ' το auto rickshaw με τσαμπουκαλεμένες κινήσεις Τεξανού Ranger. Φοράω γρήγορα το σακίδιό μου κοιτώντας γύρο τον χαμό που γινόταν. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, rickshaw και πεζοί σε μια κυκλοφοριακή πρωινιάτικη παρτούζα. Βγάζω τον Lonely Planet ψάχνοντας τον χάρτη. Πριν προλάβω να τον ανοίξω, βλέπω τον Ινδό να κατεβαίνει απ' το auto rickshaw και με βραχνή φωνή να μου λέει να τον ακολουθήσω... 
Μπαίνουμε σ' ένα στενό αδιέξοδο, όπου στο βάθος φαίνονταν η επιγραφή του guesthouse που είχα κλείσει. Η απόσταση των 50 μέτρων ήταν γεμάτη από άστεγους που κοιμόταν πάνω στον τσιμεντένιο δρόμο, τυλιγμένοι σε κουρέλια. Στα τελευταία μέτρα κάποιος μου τραβάει το χέρι, ζητώντας χρήματα τρίβοντας τα δόντια του με μια οδοντόβουρτσα ενώ ένας τελευταίος καθιστός δίπλα στο πλατύσκαλο της ρεσεψιόν, κάρφωνε στο πόδι του μία σύριγγα. 
Σοκαρισμένος μπαίνω στον χώρο της ρεσεψιόν. Πίσω μου ο οδηγός του auto rickshaw. Με σβέρκο αυτοπροτεινόμενο για καρπαζιά μου ζητά το διπλό ποσό απ' αυτό που είχαμε συμφωνήσει. Εδώ έτσι δουλεύει το νταλαβέρι. Του δίνω τα μισά, του γυρίζω την πλάτη και απευθύνομαι στον ρεσεψιονίστ που βουτούσε ένα κομμάτι τσαπάτι σ' ένα χάρτινο κουπάκι με φακόριζο.
Ρωτάω για την κράτησή μου. Ψάχνει μασουλώντας αργά, βρίσκει το όνομά μου και μόλις καταπίνει την μπουκιά του, κάνει νόημα σ΄έναν μικρόσωμο 10χρονο πιτσιρικά με φάτσα που "έφερνε" σε gremlin, να μου δείξει το δωμάτιο. 
Ο οδηγός του auto rickshaw βυθισμένος σε νέφη απογοήτευσης, μου ζητάει ακόμα 100 ρουπίες. Τον αγνοώ κι ανεβαίνω τις σκάλες. Το δωμάτιο είναι ελεεινό. Σπασμένα υδραυλικά να στάζουν από παντού, παλιό κλιματιστικό με θόρυβο ιδανικό για να αποσπάσεις ομολογίες από κρατούμενους του Γκουαντάναμο και τοίχοι που είχαν να βαφούν από την κυβερνητική θητεία της Ιντιρα Γκάντι...





Βολεύω τα πράγματά μου, φτιάχνω έναν καραβίσιο καφέ κι ανοίγω το παράθυρο να δω τη θέα...
Ρουφάω μια γουλιά με βουλιμία, για να στανιάρω. Κατά τις 9 θα πρέπει να αντιμετωπίσω την ενταύθα ληστοκουστωδία εμπόρων μεταχειρισμένων μηχανών της συνοικίας Karol Bagh, προκειμένου ν' αγοράσω μια αξιόπιστη μοτοσυκλέτα για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με τη σκέψη ότι μπροστά στο εν λόγω αντιπαθές επαγγελματικό σερσελέμι, η τρόικα δεν μετράει ούτε για τσικό, πίνω μονορούφι το υπόλοιπο του καφέ και κατεβαίνω στο δρόμο. Έξω από την είσοδο ένας κουρελής ρυτιδιασμένος μεσήλιξ με εμπιστευτική φωνή με ρωτάει αν θέλω χασίς...
Τον προσπερνάω...
Ακούω πίσω μου..."γκουντ σταφ, γκουντ πράις μάι φρεντ"...
Βγαίνω από το αδιέξοδο του guesthouse στην Arakhasan road...
Προσανατολίζομαι με τον χάρτη του Lonely Planet, τραβιέμαι τρία βήματα πίσω για ν' αποφύγω ένα δευτερεύον ανθρωποειδές μ' ένα σαράβαλο Bajaj που έρχεται ολοταχώς κατά πάνω μου και αποφεύγω την κουλουριασμένη κουράδα μιας ιερής αγελάδας, ξαπλωμένης στο μισό οδόστρωμα... 
Είμαι στην Ινδία, στα γράδα μου... Ντοπαρισμένος από το σουρεάλ σκηνικό, "το κόβω" αποφασιστικά για την συνοικία Karol Bagh, με τα πόδια...
Το ταξίδι αρχίζει... 




Μετά από 20 λεπτά περπάτημα το στομάχι μου αρχίζει να παίζει τσέλο το rondo alla turca σε do maggiore... Έχουν περάσει σχεδόν 10 ώρες απ' το δριμείας γεύσης hindu dinner που μου σέρβιρε η βοϊδομάτα τουρκάλα αεροσυνοδός στα 35000 πόδια. Το βλέμμα μου σκανάρει τους υπαίθριους μικροπωλητές και καταλήγει σ' ένα πιτσιρικά που πουλάει κικιρίκια. Σίγουρα πράματα... Ακόμα μισή ώρα περπάτημα, ξεφλουδίζοντας και μασουλώντας τα καχεκτικά φιστίκια και φτάνω σε μια κάθετο της Gurudwara road στο Karol Bagh.
Ώρα 10.10' Βρίσκομαι να διαπραγματεύομαι την τιμή ενός Bajaj Pulsar 200, μ' έναν τουρμπανοφόρο Σιχ που με βλέμμα πιό γαλακτερό κι από νεογέννητη ύαινα, ατενίζει στο πρόσωπό μου ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για το 2015.
Ώρα 10.45'. Παρακάτω στη γωνία, ο μαγαζάτωρ ενθουσιασμένος που ακούει ότι είμαι Έλληνας με κερνάει τσάι. Το εκκλησίασμα το γνωρίζω... Με την double action formula ..."αγαπώ τους Έλληνες (όπως Αμερικανούς, Γάλλους, Άγγλους κλπ) κι έχω και συγγενείς στην Ελλάδα (όπως Αμερική, Γαλλία, Αγγλία κλπ) ", προσπαθεί να μου πασάρει μια 500άρα Bullet σε τιμή που θυμίζει κονδύλιο εξοπλιστικού προγράμματος του Ινδικού Υπουργείου Άμυνας... Όση ώρα επεξεργάζομαι την καλλίπυγο customized Enfield ...ο Ινδός χρήζει εαυτόν υποψήφιο μελλοντικής καλοζωίας. Δεν μ' αφήνει να φύγω άμα δεν του ορκιστώ δια χειραψίας ότι την επόμενη μέρα θα τον ξαναεπισκεφτώ... Συνηθισμένα πράματα...
Ωρα 17.30'. Έχω οργώσει την περιοχή για κανα 8ωρο, με σύσσωμο το παρασιτικό ντεφιλέ των μαίτρ του κοπανιστού αέρα, του commission και του ξεδιάντροπου φτηνού κυνισμού. Ενοχλητικοί κράχτες, αυτή η ενδημική ποικιλία που φύεται κι ευδοκιμεί σε όλους τους εμπορικούς δρόμους της Ινδίας, με ψήνουν κάθε 50 μέτρα να επισκεφτώ το μαγαζί κάποιου συνεταίρου ή αδελφού... 
Είμαι χαλαρός και μ' αντιμετωπίζουν σαν παιδί της διαφήμισης του Τζάμπο. Προσπαθώ να βγάλω άκρη με τις φουσκωμένες τιμές, τη νομιμότητα κάποιων φωτοτυπημένων αδειών, τις χρονολογίες των μοντέλων... 
Οι μοτοσυκλέτες που ερέθισαν τους αμφιβληστροειδείς μου πολλές! Αυτές που ερέθισαν συναισθηματικώς το πορτοφόλι μου λίγες. 





Επιστρέφω σκεφτικός στο guesthouse ενώ σκοτεινιάζει και πίνω έναν καραβίσιο. Ξανακατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω 6 μπανάνες από ένα καρότσι και τις τρώω σ' ένα internet cafe, τσεκάροντας τις τιμές της πιάτσας από ιδιώτες, με τις αντίστοιχες μηχανές που είδα το πρωί. Αύριο πρέπει επιστρέψω διαβασμένος, αμείλικτος, αλύγιστος, ανηλεής στο παζάρι με απάθεια που θα 'κανε τον Τζών Ντίλιγκερ να φαντάζει κανισάκι του καναπέως, να τελειώνω με το σιμψιλέ των τσαμπάζηδων του Karol Bagh, την αγορά μηχανής και τη χαρτούρα της μεταβίβασης...
Από ένα ημιυπαίθριο μικροσκοπικό μαγαζάκι αγοράζω ένα σακουλάκι κάσιους, μερικά παστέλια κι ένα 2λιτρο Bisleri (μάρκα νερού) για το πρωινό. Η εφιαλτική κίνηση, η ανυπόφορη καπνίλα από τα σκουπίδια που καίγονται πάνω στο δρόμο, οι επίμονοι ζητιάνοι και η κούραση είναι μερικοί λόγοι για να επιστρέφω ξανά στο δωμάτιό μου. 
Ωρα 23.00'. Ξαπλωμένος στο σκληρό κρεβάτι κάνοντας ζάπινγκ στα 300 κανάλια της τηλεόρασης, σταματώ σε μια σουρεαλιστική εκπομπή και βυθίζομαι σ΄ένα βαθύ ύπνο...
Ωρα 7. Πίνω τον καραβίσιο καφέ μου, ροκανίζοντας ένα παστέλι.
Ωρα 8.30'. Τριγυρνάω στους δρόμους του Karol Bagh αλλά τα μαγαζιά είναι όλα κλειστά. Ένας γυρολόγος κράχτης που με θυμόταν από χθες, με πλησιάζει λέγοντάς μου ότι στα μαγαζιά των ...συνεταίρων του που θα ανοίξουν σε μισή ώρα θα δοθεί το τέλος κάθε αγωνιώδους εκκρεμότητάς μου σε θέματα μοτοσυκλέτας, δερμάτινων ρούχων, ξενοδοχείων, μεταξωτών, αγαλματιδίων Βούδα, Γκαναπάτι, Σίβα, χασίς κλπ
Ωρα 8.50'. Καμιά εκατοστή μέτρα στο βάθος του δρόμου, βλέπω μια ασημένια Enfield μ' ένα ξανθό νεαρό βγαλμένο από την ταινία blue lagoon, να συνομιλεί με έντονο ύφος μ' έναν καταστηματάρχη που άνοιγε εκείνη τη στιγμή. Κατευθύνομαι προς το μέρος του με τον Ινδό να με μαρκάρει στο μισό μέτρο. Ο νεαρός βάζει το κράνος και ξεκινάει προς το μέρος μου. Του κάνω νόημα και σταματάει. Τον ρωτάω από που αγόρασε την μοτοσυκλέτα και σε τι τιμή, ξαποστέλνοντας τον Ινδό με κάτι φλαμανδικά, για να μ' αφήσει ήσυχο. 
Ο πιτσιρικάς, ένας ευγενέστατος Αυστριακός , είχε αγοράσει 1100 ευρώ τη μηχανή και είχε συμφωνήσει -γραπτώς- να του την αγοράσουν στην περίπτωση που την πουλούσε ατρακάριστη 650 ευρώ. Όμως μετά από 4 μήνες και 6500 χλμ της είχε προκαλέσει ένα μικρό βαθούλωμα στο ντεπόζιτο, έκανε κι ένα μικρό θόρυβο στην "αλλαγή" μεταξύ πρώτης-δευτέρας κι ο Ινδός ήθελε να του τη φάει τζάμπα...
Ωρα 9.00'. Έχω βγάλει τα 650 ευρώ τσαλακωμένα αλά χωριάτα από την κωλότσεπη και κατευθυνόμαστε στην Τraffic Police που κυαλάρισα ερχόμενος το πρωί, για να τσεκάρω την αυθεντικότητα της άδειας κυκλοφορίας και άλλες λεπτομέρειες που θα αναλύσω σε άλλη δισιπλίνα. 
Ωρα
16.30'. Έχουμε τελειώσει με τα "no objection certificate format", "authorization", insurance, pollution certificate και λοιπά κλασμένα μαρούλια. Έχει βοηθήσει κι ένας ασπόνδυλος Ινδός, που μπαινοβγαίνει στα γραφεία από χαραμάδες και χειρίζεται τις σφραγίδες των εγγράφων με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις... Με το κάτι τις φυσικά...



Ωρα 16.45' Κάνω αλλαγή λαδιών κι έναν κλασσικό έλεγχο στη μηχανή. Τα λάστιχα ήταν καλά κι το "blue lagoon boy" με διαβεβαίωσε ότι είχε βάλει καινούργιες σαμπρέλες.
Δεν μπαίνω στη διαδικασία της νευρωτικής προετοιμασίας της μοτοσυκλέτας. Ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί... Και θα το αντιμετωπίσω όταν και αν συμβεί.
Ωρα 16.00'. Γυρνάω τη μίζα και τα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν... Κατηφορίζω χαλαρά την Gupta road με προορισμό την περιοχή Paharganj, που βρίσκεται το guesthouse. 
Ωρα 16.20' Παρκάρω μπροστά στη τζαμαρία την ασημένια Royal Enfield 350 Bullet κι ανεβαίνω στο δωμάτιο για έναν καραβίσιο.
Ανοίγω τον Lonely Planet. Τα πλάνα μου είναι για τον κόλπο της Βεγγάλης, ανατολικά προς Καλκούτα μεριά. Όμως σε περίπτωση που ακόμα ο καιρός επιτρέπει να πάω βόρεια προς Himachal Pradesh, αύριο πρωί ξεκινάω προς Haryana...
Kατεβαίνω στο δρόμο, αγοράζω μια μεγάλη σακούλα κικιρίκια και κατευθύνομαι προς το ιντερνετ καφέ να δω τον καιρό στη Dharamsala, Manali κλπ
Tελικά για έναν ταξιδευτή ελευθέρας βοσκής ...αυτός που αποφασίζει είναι ο 
Accuweather.com

7 το πρωί. Καραβίσιος, παστέλι, ανοιγμένος Lonely Planet στην επαρχία Haryana. Προορισμός το Chandigarh (κοινή πρωτεύουσα του Punjab και Haryana), γύρω στα 275 χλμ. και βλέπουμε...
7.30' είμαι στο δρόμο. Η κίνηση είναι εφιαλτική και με ακραίο κυκλοφοριακό αυτισμό. Στόχος να βγω απ' το Δελχί και να πιάσω την θρυλική Grand Trunk road, έναν από τους αρχαιότερους δρόμους που συνέδεε το Μπαγκλαντές με το Πακιστάν. Δεν χρησιμοποιώ gps από την εποχή του ..."στρατηγού ανέμου" και σε κάθε φανάρι φωνάζω σε αυτοκίνητα και μηχανάκια ..."Chandigarh!" και "Grand Trunk!" Ακολουθώ το νεύμα κι όπου βγεί...
Χάνομαι σε πλατείες... Ξαναμπαίνω μαγικά στο παιχνίδι! Με μισοάδειο σακίδιο στην πλάτη, πάνω στην χαμηλή κι ελαφριά Bullet, χωρίς βαλίτσες και με θόρυβο να προκαλεί έξαρση στα κράσπεδα, αντέχω στις σφήνες και τα κλεισίματα των Ινδών, που οδηγούν σαν ημιπαράφρονες καμικάζι καθέτου εφορμήσεως. 
Κατά τις 9 παρά, βγαίνω στον αυτοκινητόδρομο, με τον τσαμπουκά περντέ πιλάφ! Βρίσκομαι μόνος, σε αμηχανία μπροστά στο άγνωστο, που δεν καταδέχεται υπερφίαλες κομπορρημοσύνες και ντελίβερι ταξιδιωτικών ριπόρτς μοτοσυκλετιστικού body building.
Ανοίγω το γκάζι, συγκεντρώνομαι στην οδήγηση κι αρχίζω να νοιώθω το ταξίδι με όλους τους πόρους του κορμιού μου...
...όταν ένα σαράβαλο φουργκόν -καμιά 50αριά χλμ πριν τη Chandigarh- με κλείνει ξαφνικά από τα δεξιά, αγγίζω τη μανέτα του φρένου κόβοντας ελαφρά προς τ' αριστερά, πατάω μια φρέσκια σβουνιά και γλιστρώντας βγαίνω στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου. Σ' εκείνο το σημείο το έδαφος είναι αμμώδες και κατηφορικό. Πέφτω στ' αριστερά με μικρή ταχύτητα. Με την κλήση του εδάφους προς τα χωράφια και τη βοήθεια των προστατευτικών σιδεριών, η μηχανή τουμπάρει, σπάνε τα καθρεφτάκια και στραβώνει η μανέτα του συμπλέκτη. 
Ξαφνιασμένος και σε φάση ψαϊκολότζικαλ κολάψους, βρίσκομαι ο μισός κάτω από τη μηχανή. Τραβιέμαι απότομα γιατί βλέπω από το καπάκι του ντεπόζιτου να τρέχει η βενζίνη κρουνηδόν. Σηκώνω τη μηχανή και τη στηρίζω στον πλαγιοστάτη. Δεν έχει σταματήσει κανένας οδηγός... Ευτυχώς δεν χρειάζεται. 
Με τρεμάμενο χέρι πατάω το κουμπί της μίζας. 3-4 μιζιές και τελικά παίρνει μπροστά. Βάζω και μια ταχύτητα. Όλα καλά και με τον συμπλέκτη. Σβήνω. Αυτή η ελευθεριάζουσα αντίληψη των Ινδών, για την χρήση των λωρίδων κυκλοφορίας και την προτεραιότητα, έχει πλέον ξεφύγει από τη σφαίρα του φολκλόρ κι αρχίζει ν' αγγίζει τις παρυφές της εγκληματικής πράξης με ενδεχόμενο δόλο.
Ξέρω ότι κάνω το καλύτερο δυνατό. Ξέρω ότι δεν έφταιγε το κλείσιμο του Ινδού, αλλά η γκαντεμιά να πατήσω πάνω στον ελιγμό, την φρέσκια ήδη πατημένη σβουνιά. Ξέρω απ' το προηγούμενο ταξίδι μου στην Ινδία, όλες τις ...στάσεις του οδηγικού σεξ στην κυκλοφοριακή παρτούζα. Ξέρω ότι πρέπει να κρατήσω ζεστά τα ταξιδιωτικά ρεφλέξ και να ολοκληρώσω αυτό που άρχισα...
Τα πράγματα είναι απλά. Οι δρόμοι της Haryana, Punjab, Himachal Pradesh και Uttar Pradesh είναι μπροστά μου... 
"Σκούπισε τα πόδια σου και πέρασες" είπα μέσα μου ...κατά το Παντελίδειον στιχούργημα, τινάζοντας τις σκόνες και τα χώματα απ' τα μπατζάκια του παντελονιού κορντούρα και πατάω τη μίζα...
Είμαι πάλι στον Grand Trunk road. Εκεί που η οδήγηση δεν φοράει ζώνη αγνότητος...
Θέλω διακαώς έναν καραβίσιο για να στανιάρω αλλά δεν είμαι σε καλό σημείο.
2-3 χιλιόμετρα παρακάτω σταματάω σ' ένα από τα κλασικά ημιυπαίθρια εστιατόρια του δρόμου.
Μπουρμπουριστά καζάνια, τηγάνια να τσιρτσιρίζουν με διάφορες κροκέτες, τεράστιοι δίσκοι με noodle, αχνιστά φακόρυζα, σάλτσες και μυρωδιές από μπαχάρια να σΕ φεύγει ο τάκος... 
Καμιά 15αριά φορτηγατζήδες περιμένουν να σερβιριστούν σ' έναν μεγάλο πάγκο. Μπαίνω στη σειρά. Το ταξίδι είναι μια ψευδαίσθηση. Οι τοπικές γεύσεις, μια γοητευτική πλάνη... Κι ο πραγματικός ταξιδευτής είναι πάντα έτοιμος να αυτοπλανηθεί... Έδειξα -με κανιβαλίζουσα διάθεση- στον Ινδό μάγειρα μια στίβα με λαχανοκροκέτες κι ένα δίσκο με το κλασικό thali, σε μια συμβολική κίνηση προς τους επουράνιους εισαγγελείς Βράχμα, Βισνού και Σίβα ότι εάν δεν έχω την εύνοιά τους, είμαι αποφασισμένος να "την κάνω" χορτάτος... 





Τα υπόλοιπα είναι ιστορία ρέουσας ταξιδιωτικής περιπλάνησης. Eικόνες που αποτελούν μαγιά για ατέρμονες ταξιδιωτικές, φιλοσοφικές και υπαρξιακές συζητήσεις. Εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο όμως, να μεταφέρει κανείς το κλίμα και την ατμόσφαιρα. Όπως το 2013 με το Νεπάλ και την Ν. Ινδία, έτσι και σ' αυτό το ταξίδι διαπιστώνεις το "αμετάδοτον" της εμπειρίας. 
Στάση, διανυκτέρευση στο Chandigarh. Την επομένη, ενώ βρίσκομαι δίπλα στο Himachal Pradesh, βλέπω τον καιρό να μου δείχνει ότι προλαβαίνω να πάω πρώτα στο πνευματικό κέντρο των Σιχ, το Amritsar. Γύρω στα 230 χλμ. Έμεινα 2 βράδια. 
Ανοίξτε και κανα χάρτη στο ιντερνέτ... Μη τα κάνω όλα εγώ...
Από το Amritsar μέσω Pathankot συνεχίζω για Dharamsala. Έχω κλείσει guesthouse για 2 βραδιές 9 χλμ μακριά στο MacLeod Ganj -στη Μικρή Lhasa- ένα μικρό χωριουδάκι στα 2100 μέτρα υψόμετρο, με Θιβετιανό πληθυσμό. Εκεί βρίσκεται και η κατοικία του Δαλάι Λάμα. 
Από εκεί οδηγώντας στους στενούς δρόμους των Himalayas συνεχίζω να διανυκτερεύω σε μικρά χωριουδάκια μέχρι το Μanali. 





Στο old Manali, που αποπνέει μια ρομαντίλα χίπικης αξέχαστης εποχής, τα πάντα είναι κλειστά από το τέλος Οκτωβρίου γιατί αγριεύει ο καιρός και βρίσκω ένα guesthouse σ' ένα ήσυχο μέρος πίσω από το main bazaar. 
Όλες αυτές τις μέρες οι θερμοκρασίες στα Himalayas παίζανε μεταξύ 14 max και 5 min. Στο Manali ήδη είχε πέσει κάτω από τους 7 max με 0 το βράδυ. Σημειωτέον ότι κανένα guesthouse δεν έχει θέρμανση. 
Η εξαιρετική παρέα με έναν Τούρκο πιανίστα jazz και δυό ανατομικές βόμβες Καναδικής προέλευσης, είναι η αιτία να παραμένω επ' αόριστον στο Μanali. Τις Καναδέζες τις είχα συναντήσει στο Macleod Ganj, όπου έκαναν yoga και μαθήματα θιβετιανής κουζίνας δίπλα στο guesthouse που έμενα. Ταξίδευαν με λεωφορεία και τρένα. Ο Τούρκος ήταν επαγγελματίας μουσικός κι έτυχε να έχει συνεργαστεί με τον Bulent Ortacgil και την Jehan Barbur των οποίων είμαι σκληρός φαν. 
Μέχρι που ένα πρωί -γύρω στις 11- ενώ είχαμε ραντεβού σ' ένα τσαγάδικο, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Το accuweather το 'λεγε, εγώ δεν το άκουγα... Όταν μιλάμε για νιφάδες, εννοούμε τούλια ολόκληρα από μπομπονιέρες. Σε μισή ώρα ασπρίζουν τα πάντα. Περιμένω 20 λεπτά στο καφέ κι ακόμα δεν έχει έρθει κανείς. Τα ραντεβού με τα ζωντανά θαυμαστικά είναι πάντα λάρτζ. Ο Τούρκος είχε πάει να παζαρέψει ένα σιτάρ σ΄ένα σπίτι ενός Ινδού. Βλέπω να το στρώνει γερά και τρέχω σαν τρελλός στο guesthouse. Ο δρόμος γλιστράει, με πούδρα κοντά στους 5 πόντους και κάνει και ψοφόκρυο! Βάζω διπλά σλιπάκια, διπλά t shirts, ψιλή μπιτζάμα από το bazaar (έχω ξεχάσει στην ελλάδα τα ισοθερμικά), μπλουτζίν κι από πάνω το Spidi. 
Διπλά πουλόβερ και το δερμάτινο Dainese. Δεν έχω αδιάβροχα γιατί δεν προβλέπονταν πουθενά βροχή στα μέρη που επισκεπτόμουν. Ψάχνω να πληρώσω τον ιδιοκτήτη του guesthouse, ένα μούτρο που όταν μου έδειξε το δωμάτιο, μου άφησε στο τραπέζι έναν μπάφο κι ένα μικροσκοπικό κουτάκι με σαφράν για καλά ντουζένια και δυνατό σεξ όπως μΕ είπε... "Δείγμα δωρεάν..." 
Σκουπίζω τη μηχανή και κατεβαίνω άρον-άρον προς το main bazaar όπου βρίσκονταν ο σταθμός των λεωφορείων, ταξί κλπ. Παίρνω από πίσω ένα πούλμαν που μόλις ξεκινούσε και πατάω στις ροδιές του. Τα πάντα έχουν ασπρίσει και μετα βίας ο δρόμος κρατιέται με ανακατεμένο λασπωμένο χιόνι που αν δεν φρενάρεις, σε κρατάει ακόμα στο δρόμο.
Πέρασε ένα εφιαλτικό δίωρο, με τις τρελές στάσεις εξ αιτίας ντελαπαρισμένων αυτοκινήτων, για να κατέβω περίπου στα 1000 μέτρα υψόμετρο στο Mandi, όπου οι δρόμοι ήταν τελείως στεγνοί. Σταματάω ταλαιπωρημένος και με ψυχολογία ποδήρη για ένα τσάι και συνεχίζω για Panchkula, να στεγνώσω και να διανυκτερεύσω. 
Τις τελευταίες μέρες έφαγα πολύ κρύο και το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν να κατευθυνθώ προς νότο για να ζεσταθώ...
Το βράδυ τηλεφωνώ για να βρω την παρέα. Ο ξενοδόχος τους με πληροφορεί ότι οι Καναδέζες έφυγαν με βραδινό λεωφορείο για Δελχί κι ο Τούρκος ήταν άφαντος.
Τρώω μια ζεστή θιβετιανή σούπα και vegetarian momos, βάλσαμο τη γαστέρα, σ' ένα μικροσκοπικό Tibetan restaurant. Μπύρα ούτε για δείγμα. Λες και ζούμε στη ποτοαπαγόρευση...
Το κρύο είναι αφόρητο στο απερίγραπτο δωμάτιο. Πληρώνω περίπου 6 ευρώ για να μου δώσει ο ξενοδόχος μια ηλεκτρική σόμπα... Όσο το ενοίκιο του δωματίου. Ευτυχώς μου βόλεψε τη μηχανή σε μια αυλή στο απέναντι κτίριο.
Aνοίγω τον Lonely Planet. Έπρεπε να βρω κάποιον προορισμό για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Με ανοιχτό το φως και το βιβλίο στο στήθος μΕ κολλάει το υπνόσημο στη γκλάβα...



6.30' το πρωί. Ξυπνάω σ' ένα παγωμένο δωμάτιο, με τη σόμπα κλειστή. Παίζω τους διακόπτες και διαπιστώνω ότι δεν έχει ρεύμα. Ντύνομαι γρήγορα για να κατέβω στη ρεσεψιόν και βγαίνοντας απ' το δωμάτιο, διαπιστώνω ότι ο εξωτερικός γενικός διακόπτης του δωματίου είναι κατεβασμένος. Αυτός ο άθλιος ο ξενοδόχος, μόλις είδε ότι κοιμήθηκα έκλεισε τον διακόπτη για να κάνει οικονομία στο ρεύμα, που είχα πληρώσει με το παραπάνω! Το πρόβλημα ήταν ότι τα ρούχα μου ήταν ακόμη υγρά...
Κατεβαίνω στη ρεσεψιόν-στάνη, όπου μια κόλαση από έρποντα σεμεδάκια με Ινδουιστικές θεότητες και πίνακες με τοπία και θαλασσογραφίες απελπιστικής κοινοτυπίας, έδιναν έναν τόνο εξωτικής μελαγχολίας στην κίτς διακόσμηση του χώρου. Δεν υπάρχει ψυχή και αρχίζω να φωνάζω "mister mister" χτυπώντας και το χέρι μου στον γκισέ. Ομολογώ ...λίγο δυνατά. Βγαίνει έξω τσαμπουκαλεμένη, μια υστερική λεβεντοκατίνα και μου λέει τσιριχτά τι θέλω πρωινιάτικα. Της λέω τι συμβαίνει με το ρεύμα και να μου δώσει πίσω τα 6 ευρώ που πλήρωσα μπροστάντζα για την ηλεκτρική σόμπα μαζί με το νοίκι του δωματίου. Το βοδίσιο πρόσωπό της συσπάται και τραντάζεται καθώς καγχάζει με ένα γέλιο παροξυσμικό σαν λόξιγγας και φωνάζει τον άντρα της.
Αυτός εμφανίζεται σαν δαρμένο ημίαιμο και αφού του επαναλαμβάνω το κουπλέ, μου το παίζει λυπημένος γι' αυτό που συνέβη αλλά χωρίς καμία ευθύνη για το ποιός μπορεί να έκλεισε κατά λάθος τον εξωτερικό διακόπτη. Ισιώνει νευρικά τη λιγδιασμένη φράντζα του και μου ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του 6ευρου γιατί μπορεί να έκλεισε ο διακόπτης σήμερα νωρίς το πρωί. 
Του ζητάω ένα σεσουάρ για να στεγνώσω το δερμάτινο τζάκετ, που πήρε υγρασία από τις ραφές και μ' ένα double action μογγολικό χαμόγελο λύπης-κατανόησης μου λέει ότι ...δεν χρησιμοποιούν σεσουάρ.
Εγώ έχω "φορτώσει", χωρίς καφέ, νηστικός και τουρτουρίζοντας με το υγρό δερμάτινο μπουφάν πάνω από ένα t-shirt και με μιά απότομη κίνηση εκνευρισμού σηκώνω το φερμουάρ προς τα πάνω, ρωτώντας του πως θα ταξιδέψω πρωινιάτικα σ' αυτή την κατάσταση. Το φερμουάρ καβαλάει τα δόντια της δεξιάς σειράς και παραδίνει το πνεύμα. 
Αυτό μου έλειπε τώρα! Μετά από 11 χρόνια, βρήκε την κατάλληλη στιγμή να χαλάσει. Δεν βρίσκω κανένα νόημα να συνεχίσω τα μπινελίκια γιατί το πρόβλημά μου χοντραίνει και δεν με συμφέρει να τα σπάσω τελείως με το ζεύγος. Ζητάω από τη συμπρωταγωνίστρια της φαρσοκωμωδίας που εκτυλίσεται στη ρεσεψιόν, μια κλωστή και μια μεγάλη βελόνα για να ράψω το τζάκετ στη μέση, ώστε να παραμείνει κλειστό στο ταξίδι. 
Μ' ένα ειρωνικό βλέμμα και παίζοντας αυτάρεσκα με μια αρμαθιά κλειδιών των δωματίων, απομακρύνεται σ' έναν διάδρομο γεμάτο γλάστρες με φυτά, σαν πειραματικό εργαστήριο Γεωπονίας και επιστρέφει σε τρία λεπτά λέγοντάς μου ότι δεν της τα γύρισαν κάτι Ιταλοί και του κώλου τα εννήμαρ... 
Πέφτει σιωπή ...ν' ακούς ποντίκι να κλάνει στη κουζίνα!
Φωνάζει ξαφνικά κάτι στα hindi κι εμφανίζεται μια μικροκαμωμένη κοπελίτσα, σαν να βγήκε από κουτί δημητριακών! Mιλάνε μεταξύ τους και μου πετάει το δράκο ότι με 20 δολάρια θα μπορούσε να μου αντικαταστήσει το φερμουάρ μ' ένα καινούργιο, μέχρι το μεσημέρι. Ο ξενοδόχος εξαφανίζεται και κοιτάζω μιά το τραγελαφικό βλέμμα παρθένας στο πρόσωπο της συζύγου του και μιά το πρόσωπο της νεοαφειχθήσας ενζενί της ληστρικής συμμορίας ξενοδόχων.
Δεν πέσανε σε καλή μέρα για να ...βγούν στις αγορές!
Ρίχνω ένα περιφρονητικό βλέμμα στο -εν βουλιμία δυτικού συναλλάγματος- αναίσχυντο δίδυμο και βγαίνω στο δρόμο. Πάω στην αυλή που είναι παρκαρισμένη η μηχανή. Ψάχνω τριγύρω και βρίσκω λίγο σύρμα. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και το περνάω κόμπο σε 3 σημεία του δερμάτινου τζάκετ, με τρόπο ώστε να παραμένει όσο γίνεται πιό κλειστό.
Φτιάχνω έναν ντάμπλ πάουερ καραβίσιο. Ανοίγω το παράθυρο να φέρω τη σακούλα με τις μπανάνες και τα κικιρίκια από το περβάζι και βλέπω τη σακούλα στην απέναντι ταράτσα, με τις φλούδες από τις μπανάνες δίπλα στα τσόφλια από τα κικιρίκια... Οι μαϊμούδες!
Δεν είναι η μέρα μου μΕ φαίνεται...
Χθες βράδυ πριν με πάρει ο ύπνος είδα στον Lonely Planet την πόλη Agra. Ένα πρώτο βήμα στην επαρχία Uttar Pradesh με στόχο το μυθικό Varanasi πάνω στον Γάγγη.
Τα 400-450 χλμ μέχρι την Agra, αποτελούν ένα αρκετά χορταστικό μενού για ημερήσια οδήγηση στην Ινδία... Δεν έχω παρά να περάσω περιφερειακά το Δελχί και να πιάσω την Taj express highway.



Ντύνομαι με τα χθεσινά μισοβρεγμένα ρούχα, παίρνω το σακίδιο και κατεβαίνω στο ισόγειο. Το τρίο, παρακολουθεί στην τηλεόραση μια ταινία του Bollywood, ενώ με κρυφό βλέμμα επ' ώμου, αισθάνομαι να με παρακολουθεί η μοσχαροκεφαλή. Τους γράφω σε στρατηγικό σημείο και βγαίνω έξω αφήνοντας πίσω μου την αμείληκτη καταθλιπτική εικόνα της ρεσεψιόν.
O ήλιος αρχίζει ν' ανεβαίνει. Η μέρα είναι ιδανική για ταξίδι με μηχανή.
Πατάω τη μίζα... Ακούω το γουργουρητό του κινητήρα. Η διάθεσή μου φτιάχνει...
Βολεύω το σακίδιό μου στην πλάτη, βάζω ταχύτητα κι ανοίγω το γκάζι καταφεύγοντας και πάλι στο ήσυχο άσυλο της μοναχικής περιπλάνησης...
Agra, Lucknow, Varanasi, Kanpur. Εννέα υπέροχες μέρες, με καταπληκτικό καιρό στο Uttar Pradesh.
Μπαίνοντας στην Agra, βλέπω έναν ακάλυπτο χώρο μπροστά από ένα ξενοδοχείο στην παλιά πόλη, σταματάω και ρωτάω την τιμή. Μου δείχνουν ένα δωμάτιο που μυρίζει καινουργίλα (το πρώτο στο ισόγειο), βολεύω και την μοτοσυκλέτα στον ακάλυπτο και σε 3 λεπτά μπαίνω με το σακίδιό μου ευτυχής ως εις ανθοκήπιον παιδικής χαράς. Τα λίγα οικοδομικά υλικά, στόκοι, μπογιές και συρόμενη σκαλωσιά στον διάδρομο δεν με χάλασαν, μπροστά στον ενθουσιασμό μου για το ολοκαίνουργο δωμάτιο και την οικονομική τιμή. 
Κι όμως, ήτανε γραμμένο να το ζήσω κι αυτό. Ολόκληρο το ξενοδοχείο ήταν υπό ανακαίνιση. Παντού υπήρχαν συνεργεία που δούλευαν μέχρι της 10.30' το βράδυ με σφυριά, φωνές και κομπρεσέρ... Απλά ετοίμασαν το πρώτο δωμάτιο του διαδρόμου και ήμουν ο μοναδικός πελάτης σ' ένα ξενοδοχείο γιαπί! Έτσι εξηγώ εκ των υστέρων την επιμονή του οσφυοκάμπτη ρεσέψιον μπόι, να μου ζητάει με έγκαυλη ευγενική πίεση τα χρήματα μπροστάντζα...
Δεν με πείραξε καθόλου! Ολόκληρη τη μέρα περπατούσα...Αλήτεψα στα απίστευτα chowk, σε μαγικές τσαγιερί (γεμάτες πλέον με νεοχίπιδες των "like") κι όταν ένα μεσημέρι ένας Ινδός μάγειρας μου σύστησε το Joney's Place, ένα κουτούκι που το συστήνει κι ο Lonely Planet, βρέθηκα να τρώω 50 μέτρα από την είσοδο του Taj Mahal χωρίς να το βλέπω! Έτσι με την ευκαιρία ...είδα κόσμο και μπήκα.
To Lucknow και η Kampur ήταν απλά στάσεις για διανυκτέρευση για να σπάσουν τα 620 χλμ από την Agra στο Varanasi και τα 830 χιλιόμετρα από το Varanasi στο Δελχί.






Στο Varanasi η ζωντανή ενέργεια και τα θετικά vibes δεν έχουν πλαφόν... Κάθε προσπάθεια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα, την ανεξήγητη ατμόσφαιρα ή την έκσταση των ανθρώπων, είναι καταδικασμένη να προσαράξει στα αβαθή της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Παραλογοτεχνίας εν προκειμένω, θα σημείωνα...
Eπιστρέφω και πάλι στο Δελχί. Έχω 2 μέρες για να πουλήσω τη μηχανή και μετά πετάω για Constantinople . Έχει περάσει ένας μήνας και είμαι χαλαρός κι ευτυχής απ' το ταξίδι, σαν να έχω ολοκληρώσει λυτρωτική ψυχαναλυτική συνεδρία.
Δεν υπάρχει περίπτωση να μΕ χαλάσει την νιρβάνα το βαθέως μολυσμένο από τον ιό του δολαρίου, ληστρικό σιμσιλέ των εμπόρων του Karol Bagh...
Πολύ ευχαρίστως θα χάριζα την μοτοσυκλέτα σε οποιονδήποτε Έλληνα θα εντάσσονταν στη μονοκαλλιέργεια του ιδίου στιλ ταξιδευτή. Αυτή, του αδούλωτου στη νοοτροπία να μεταφέρει -σώνει και καλά- το εν Ελλάδι αποκτηθέν ...περιορισμένων διαστάσεων σύμπλεγμα μπουλονιών και παξιμαδιών, σε μια χώρα σαν την Ινδία ...ακόμα κι όταν είναι αδύνατο ή δεν συμφέρει! 
Αλλά αυτό είναι θέμα προς συζήτηση σε επιστημονικές ημερίδες φιλοσοφίας αμπέλου στη γιάφκα Χολομώντος...
Δελχί, 23/12/2014 11.30'. Έχω ξεπουλήσει την Enfield 350 ευρώ. Σκέφτομαι να πάω στο μαγαζί ενός Ινδού που εισάγει marijuana wear από το Νεπάλ και το Αφγανιστάν. Έχω κυαλάρει ένα χίπικο τζάκετ. Μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό... Η ποιότητα αυτών των ρούχων είναι εξαιρετική!
Πριν απομακρυνθώ απ' το Karol Bagh, θυμάμαι έναν μυστήριο τύπο που μου ζήτησε όταν ήμουν στην Agra, να του φέρω ένα μπροστινό φτερό από Royal Enfield. "Μη τυχόν και δεν μου το φέρεις..." και κάτι τέτοια μου έγραφε ο εντελώς άγνωστος μου στο fb. "Ρε δε πάμε καλά, πυροβολημένο θα 'ναι το άτομο" έλεγα από μέσα μου...
Αυτόν τον τύπο ή τον στέλνεις στο διάολο ή του το πηγαίνεις (το φτερό)... 
Όμως, το ότι ανήκαμε στο ίδιο μοτοσυκλετικό φόρουμ στην Ελλάδα και διαβάζοντας ότι είναι ειδήμων στις μεταμοσχεύσεις ετερόκλητων μηχανικών τμημάτων και στην πλαστική χειρουργική μοτοσυκλετών, αρκούσε για να πάω να ψάξω και να του κάνω την έκπληξη. 
Επιστρέφω στις δαιδαλώδεις στοές των μικρομάγαζων vintage ανταλλακτικών...
Με κέφια και ψυχολογία πολλαπλών beaufort έπαιξα ένα διαπραγματευτικό κικ μποξ με τον έμπορα ανταλλακτικών, που κατέληξε σε νοκ άουτ...
Αεροδρόμιο Indira Ghandi, 24/12/14, 04.30' το πρωί. Οι υπάλληλοι ασφάλειας του αεροδρομίου, δεν ξέρουν τι να υποθέσουν όταν βλέπουν στο σακίδιο μου, δεμένο με wrap luggage ένα τεράστιο μεταλλικό φτερό...
Τελικά, άξιζε ο κόπος... 
Δεν θα του πλέξω το εγκώμιο, γιατί φοβάμαι ότι στο επόμενο ταξίδι θα μου ζητάει να του κουβαλήσω κάνα κινητήρα...

Καλούς δρόμους!

Φωτογραφικό υλικό:




























Motorcycle Republik, Ταξίδι στον χρόνο.
Κείμενο/ φωτογραφίες: Κατσούλας Δημήτρης.




  Όπως όλοι γνωρίζουμε, το ταξίδι με μοτοσικλέτα είναι διαφορετικό σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μηχανοκίνητο όχημα. Ανέκαθεν η μοτοσικλέτα εξίταρε τους αναβάτες της, για πολλούς και διαφόρους λόγους: η επαφή με το περιβάλλον, η αίσθηση ελευθερίας που προσφέρει, η ένταση, οι συγκινήσεις….
   Ας ταξιδέψουμε λοιπόν νοερά πίσω στο παρελθόν για να γνωρίσουμε την μοτοσικλέτα όπως ήταν τότε: απλή, ιδιαίτερη, μοναδική προκαλώντας τα ίδια συναισθήματα με την σημερινή εποχή. Πως θα γίνει αυτό;  Υπάρχει τρόπος και λέγεται «Ελληνικό Μουσείο Μοτοσικλέτας».
Αποδεχόμενος την πρόσκληση του αρκετά δραστήριου και καλού μου φίλου Θανάση Μουρίκη, βρέθηκα στις εγκαταστάσεις του «Ελληνικού Μουσείου Μοτοσικλέτας» μαζί με μια μικρή ομάδα ανθρώπων που έχουν αποδείξει –χρόνια τώρα– ότι η μοτοσικλέτα αποτελεί για αυτούς τρόπος ζωής και όχι απλά ένα μέσο μεταφοράς.

Από δεξιά: Μαριολόπουλος Παναγιώτης, Πολυτίμη Μπόζνου, Μανώλης Καριοτάκης, Κυριακοπούλου Πολυτίμη, Thomas Penka, Δημήτρης Κατσούλας
   Ξεναγός μας ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του μουσείου, κ. Παναγιώτης Μαριολόπουλος. Ο κ. Μαριολόπουλος, με την εγνωσμένη αγάπη του για την μοτοσικλέτα, αλλά και την μανιώδη εμμονή και αφοσίωσή του στους δυο τροχούς, έχει συγκεντρώσει στο πέρασμα του χρόνου μια μεγάλη συλλογή από κλασσικές και σύγχρονες μοτοσικλέτες, με γνώμονα την σπανιότητα, την μοναδικότητα και την χρήση τους (αγωνιστικές, πολεμικές, μεταφορές, κλπ), μοτοσικλέτες που χρονολογούνται από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και την αυγή του 21ου αιώνα.  
   Πρόσφατα, και έπειτα από μεγάλο προσωπικό αγώνα, κατάφερε να  συγκεντρώσει όλες τις μοτοσυκλέτες σ’ ένα πολυώροφο κτήριο, στο «Ελληνικό Μουσείο Μοτοσικλέτας», όπου και κατανεμήθηκαν σύμφωνα με το έτος κατασκευής τους. Ο πολυχώρος - μουσείο δεν είναι ακόμα ανοιχτός στο κοινό, καθώς πρέπει να διευθετηθούν ορισμένες διαδικαστικές εκκρεμότητες,  αλλά και να εκτεθούν παράλληλα όλες οι μοτοσικλέτες , όπως επιθυμεί διακαώς ο ιδιοκτήτης.  
Παρόλα αυτά, ο κ. Μαριολόπουλος (κατά κόσμων Τάκης), ανοίγει -κατόπιν επικοινωνίας- τις πόρτες του μουσείου σε μικρές ομάδες επισκεπτών, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους λάτρεις των δύο τροχών να έρθουν σε επαφή μ’ ένα σπάνιο συλλεκτικό υλικό, να μάθουν -μέσω της ξενάγησης που ο ίδιος προσφέρει- τεχνικές και ιστορικές λεπτομέρειες, αλλά και να βιώσουν μέσα από τα λόγια του το πάθος και την αγάπη για την μοτοσικλέτα .
  Στην διάρκεια της ξενάγησης, ο κ. Μαριολόπουλος μάς είπε πώς ξεκίνησε αυτό το εγχείρημα και την εξέλιξή του μέχρι σήμερα. Ακούσαμε προσωπικά βιώματα για μοτοσικλέτες που προσπαθούσε να αποκτήσει, ιστορίες αναπαλαίωσης και δημοπρασιών, αλλά και ιστορίες πρώην ιδιοκτητών. Κι ενώ όλες αυτές οι αφηγήσεις ζέσταιναν την ατμόσφαιρα, το βλέμμα μου μαγνήτιζαν τα διάφορα ιστορικά απομεινάρια μοτοσικλετών που κοσμούσαν τον ισόγειο χώρο υποδοχής, όπως παλιά ντεπόζιτα, ανταλλακτικά, αλλά και διαφημιστικές αφίσες αλλοτινών εποχών, κ.λ.π. Σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά, αντίκριζα τροχούς από μοτοσικλέτες που ήταν στριμωγμένες στην τζαμαρία και περίμεναν να τις χαζέψεις. Άρχισα να συνειδητοποιώ πως βρισκόμουν μέσα σε μια χρονομηχανή και πως το ταξίδι στην ιστορία της μοτοσικλέτας είχε ξεκινήσει…


Πρώτος σταθμός ο υπόγειος χώρος του Μουσείου. Όπως σε όλα τα μουσεία, έτσι κι εδώ, το υπόγειο ήταν γεμάτο με «δίτροχα ευρήματα» που περίμεναν να μεταφερθούν κάποια στιγμή στους χώρους έκθεσης, με σκοπό να προκαλέσουν τον θαυμασμό στους επισκέπτες.
Πρώτο σοκ, μια μοτοσικλέτα
Brough Superior SS 80, 1000 c.c., μοντέλο 1937 (με μια SS 100, αντίστοιχη της SS 80, έχασε την ζωή του o Λόρενς της Αραβίας). Επόμενο σοκ, ένα Ducati SS 900 NCR,  έτοιμη να μεταφερθεί στον κύριο χώρο του μουσείου. Σε κάθε γωνιά, σε κάθε εσοχή, όπου μπορείτε να φανταστείτε, υπήρχαν κούτες με ανταλλακτικά ,(καινούργια ή μεταχειρισμένα), στεφάνια τροχών, ντεπόζιτα, σέλλες, πλαίσια, μπαταρίες, ντίζες, μοτέρ - όλα έτοιμα να πλαισιώσουν τις προς αναπαλαίωση μοτοσικλέτες.



Brough Superior SS80,1937
ducati SS900 NCR
   Στο υπόγειο καθίσαμε περίπου μιάμιση ώρα - αλλά και πέντε ώρες να καθόμασταν, πάλι λίγες θα ήταν. Η μοτοσικλέτα που με γοήτευσε περισσότερο απ’ όλες ήταν χωμένη στο βάθος του υπογείου, τυλιγμένη μ’ ένα  μουσαμά για να μην λερώνεται. Ήταν μια Ζundap  KS750, μοντέλο του 1947. Επρόκειτο για μια μοτοσικλέτα 750 c.c. που κατασκεύασαν οι Γερμανοί για τα πεδία των μαχών, ένα πολεμικό εργαλείο παντός τερέν, έτοιμο να μεταφέρει τους στρατιώτες-αναβάτες όπου χρειαζόταν.

Zundap KS750,1947
Zundap KS750,1947
 Ο κ. Μαριολόπουλος δεν σταμάτησε λεπτό να μας μιλά για τις μοτοσικλέτες που βρίσκονταν υπό –ή προς– ανακατασκευή, ενώ αρκετό χρόνο μάς διέθεσε για την παρουσίαση της τρίκυκλης Moto-Guzzi Triacle 750 c.c., μοντέλο 1941. Μας εξήγησε πώς βρέθηκε στα χέρια του, πόσο χρόνο χρειάστηκε η ανακατασκευή της, μάς μετέφερε την αγωνία του για το αποτέλεσμα, αλλά και την χαρά του όταν την αντίκρισε έτοιμη. Εμείς, άπλα, μείναμε με το στόμα ανοιχτό θαυμάζοντας την χακί τρίτροχη κούκλα…
   Περάσαμε κατόπιν στο πρώτο, μετά στο δεύτερο και εν συνεχεία στο τρίτο επίπεδο-όροφο, όπου και γνωρίσαμε τα υπόλοιπα εκθέματα του χώρου. Καθ’ όλη την διάρκεια της ξενάγησης,  βομβαρδίζαμε συνεχώς με ερωτήσεις τον κ. Μαριολόπουλο, ο οποίος μας έδινε τεκμηριωμένες και κατατοπιστικές απαντήσεις. Μετά από 5 ώρες περιήγησης βρεθήκαμε τελικά στον τελευταίο όροφο του κτηρίου, που αποτελεί και το προσωπικό ησυχαστήριο του κ. Μαριολόπουλου. Εδώ ολοκληρώθηκε πλέον το αξέχαστο ταξίδι μας πίσω στον χρόνο.

              

   Μέσα απ’ αυτήν την μοναδική ξενάγηση, είχαμε την ευκαιρία να αντικρίσουμε περισσότερες από 100 μοτοσικλέτες και να ξεφυλλίσουμε βιβλία, λευκώματα και
service manual που βρίσκονταν στοιβαγμένα στις βιβλιοθήκες του μουσείου περιμένοντας να ταξινομηθούν. Χαζέψαμε επίσης παλιά ραδιόφωνα, πίνακες ζωγραφικής με θέμα την κλασσική μοτοσικλέτα, συλλογές από κοντέρ μοτοσικλετών και πικάπ αυτοκινήτων, ενώ θαυμάσαμε μια συλλογή με θέμα τις πινακίδες μοτοσικλετών και αυτοκινήτων, από την μεταπολεμική Ελλάδα ως τις μέρες μας.
  
Παναγιώτη σε ευχαριστώ για την μοναδική και διαφορετική βόλτα στον χρόνο! Εύχομαι από καρδιάς αυτός ο χώρος να αναδειχθεί με την κρατική «βούλα» σε μουσείο, για να μπορεί ο Έλληνας μοτοσικλετιστής να γνωρίσει την ιστορία του δικύκλου μέσω των σπάνιων εκθεμάτων σου και της άψογης ξενάγησής σου. Συγχαρητήρια και πάλι…

Περισσότερες πληροφορίες:


Ακολουθεί ένα μικρό φωτογραφικό άλμπουμ από την επίσκεψή μας στο «Ελληνικό Μουσείο Μοτοσικλέτας».

εν αναμονή ...

1919 - Douglas 4HP

1924 - Quadrant

1929 - Douglas T6

BMW R11,1930

BMW R11,1930

1947 - Universal A680

1950 - Moto Guzzi Galletto
1930 - Moto Guzzi Sport 14
                   

1951 - Vincent Comet
                           
1954 - Parilla Sport Lux

1954 - Sunbeam S7 De Luxe, στην φωτό ο Μιχάλης Δαμίγος

1958 - Velocette MSS

2002 - MV Agusta F4 Senna

2002 - MV Agusta F4 Senna

2006 - Ducati Paul Smart 1000

ducati scrambler & triumph bonneville


BMW R25/3 sidecar , 1953

       



Condor A580 - 1951, κοντέρ. μάρκα alpha έγινε αργότερα η γνωστή ωρολογοποιία OMEGA

Condor A580 - 1951


Matchless G50, 1961

Velocette