Μέρος 2ο

κείμενο/φωτογραφίες : Αχιλλέας Ασκώτης.




Το απλοϊκό μας μοτέλ είχε ένα πολύ γεμάτο πρωινό, έτσι, όπως καταλάβατε πέσαμε με τα μούτρα σε ότι μας δίνονταν για μασούλημα. Φορτώνουμε και όπως πάντα, στις 9 ήμαστα καβάλα στα μεγάλα μας on off . Σχεδόν δίπλα μας, η πρώη μας επίσκεψη για την ημέρα. Εδώ και χρόνια την έβαλα στο μάτι και επιτέλους τα κατάφερα τελικά, για αρχή θα κάνουμε την ονομαζόμενη "οινοπεριοχή των μικρών Καρπαθίων" . 


Ο Σλοβακικός τουριστικός οργανισμός του κάνει αρκετή προώθηση εδώ και χρόνια, τα κεντρικά γραφεία της τουριστικής αυτής περιοχής είναι στην πόλη Modra. Η δική μας διαδρομή, δρόμοι 503 και 502 μας οδήγησαν στην Modra. Μετά αλλάξαμε σε δρόμο 504 για πόλη Trnava όπου και επίσημα είμαστε στις οινοδιαδρομές. Καλύψαμε γύρω στα 30 χλμ μέχρι την Trnava αλλά αμπελώνες γιοκ, καπούτ. Τι πήγε λάθος δεν ξέρω, την διαδρομή την επέλεξα μετά από οδηγίες από την ιστοσελίδα τους, βέβαια είχε ακόμη 5, λέτε να πήρα αυτήν με τους λιγότερους αμπελώνες ή απλά εδώ όταν βλέπουν ηλιοτρόπια νομίζουν ότι είναι αμπελώνες, βέβαια μέσα στα χωριουδάκια που περάσαμε είδαμε εγκαταστάσεις και υποδομές που υποδεικνύουν κρασοκαταστάσεις αλλά … και ο νοών νοείτω.

Αφού φάγαμε μάπα διαδρομή μέσα στον συννεφιασμένο φθινοπωρινό ουρανό, βάλαμε ρότα για νότια όπως λέει η προ-σχεδιασμένη διαδρομή μας για να ανεβούμε στα μικρά Τάτρας. Ο δρόμος R1 τετραπλής κατεύθυνσης ώστε να καλύψουμε γρήγορα αποστάσεις μέχρι την πόλη Levice.  Απ΄εδώ αλλάζουμε σε δρόμο 524 για τα ορεινά της χώρας, Μικρά & Μεγάλα Τάτρας.

 Τα Τάτρας είναι τα όρη της Σλοβακίας, χωρίζονται σε μικρά και μεγάλα. Τα Τάτρας κατακρίβειαν είναι η επέκταση των Καρπαθίων ορών στην χώρα των Σλοβάκων. Τα Τάτρας καλύπτουν το 17% των όλων Καρπαθίων αλλά έχουν την ψηλότερη κορυφή, την κορυφή Gerlach  στα 2,655 μέτρα η οποία βρίσκετε στα σύνορα Σλοβακίας και Πολωνίας. Το όνομα Τάτρας έχει Σλάβικη προέλευση αλλά Τσέχοι, Ούγγροι

Η διαδρομή αρχίζει άμεσα με όμορφα τοπία μέσα στον μικρό δρόμο που επιλέξαμε, πράσινο αρκετό και δάση άμεσα βαλμένα στο διάβα μας. Το υψόμετρο πήρε και αυτό τα πάνω του με μια συνεχή αργή «αναρρίχηση» των ορεινών όγκων. Σχετικά σε κανένα σημείο δεν απογοητευτήκαμε με αυτά που βλέπαμε, σε κανένα σημείο της διαδρομής δεν είπαμε… βαρεμάρα.  Λίγο κρύο ήταν υπαρκτό, τα σύννεφα συνεχίζουν να δίνουν μια μουντάδα καθώς καλύπτουν τον καημένο ουρανό κι΄εμείς σε κατάσταση απόλυτης ηρεμίας και αποβλάκωσης, καταναλώνουμε τα ημερήσια χιλιόμετρα. 

Μπαίνουμε στην μικρή αλλά πολύ γραφική χαριτωμένη πόλη Banska Stiavnica.  Σε 700 μέτρα υψόμετρο έκτισαν οι Κέλτες τον 3ο αιώνα π.Χ. την πόλη. Όμορφα κτίρια με τους πετρόκτιστους δρόμους να διασχίζουν την μικρή πόλη. Αρκετά café στον δρόμο μας και με άλλα μαγαζιά συνδύαζαν μια κοσμοπολίτικη κατάσταση όπως επίσης δήλωναν και μια αριστοκρατική ατμόσφαιρα στον μικρό χώρο που κατέχει η πόλη. Οι κάπως στενάχωροι οδοί μας απότρεψαν για μια στάση έτσι αρκεστήκαμε σε μια αργή οδήγηση ώστε να την απολαύσουμε καλύτερα.

Συνεχίζουμε την όμορφη  διαδρομή μας και έχουμε προσέξει ότι αρκετά κάστρα και φρούρια υπάρχουν αραδιασμένα, κάποτε σε μακρινούς λόγους, κάποτε σε κοντινούς και κάποτε δίπλα μας. Η Τσεχία πληροφοριακά, έχει τα περισσότερα κάστρα σε αναλογία έκτασης στην Ευρώπη. Κάποτε οι 2 χώρες ήταν 1 χώρα κι΄αυτό ίσως να έχει σύνδεση, ποιος ξέρει. Πάντως εμείς απολαύσαμε αυτά που βλέπαμε και έκανε τις διαδρομές μας πιο ενδιαφέρουσες. 

Πλέον κατηφορίζουμε, κοντεύουμε στις πεδιάδες που χωρίζουν τα μικρά από τα μεγάλα Τάτρας. Εγώ προσωπικά δεν περίμενα να απολαύσω τόσο πολύ, τοπίο και διαδρομές, τα μικρά Τάτρας. Περισσότερο από 1,100 μέτρα σε υψόμετρο δεν πήραμε και ανάμενα μια πιο ήπια ομορφιά, είχα λάθος. Και όχι μόνο είχα λάθος αλλά ούτε καν περίμενα τέτοια απόλαυση. Συνεχίζουμε την κατηφοριά μας, απόψε νανάκια μας θα κάνουμε στο Ruzomberok. Αλλά πριν φτάσουμε εκεί, μια αναγκαστική στάση σ΄ένα «αρχαίο» χωριό. Η μικρή στενή λωρίδα δρόμου μας οδηγεί προς το χωριό ανάμεσα σε ρυάκια, ολοπράσινους λόφους, δάση και ξέφωτα… απλοϊκά,  σ’ ένα πολύ όμορφο τοπίο.

Σε 5-6 χιλιόμετρα φτάνουμε, το χωριό βαλμένο σε μια πλαγιά ενός ψηλού λόφου, τα χρωματιστά ξύλινα σπιτάκια του, βάφουν υπέροχα το παρόν υπαίθριο σκηνικό. Παρκάρουμε μέσα στο χωριό και κατεβαίνουμε για περιδιάβαση.

Το χωριό αναφέρεται από τον 14ο αιώνα μ.Χ. και τελεί κάτω από την ομπρέλα της UNESCO World Heritage. Κτισμένο στα  718 μέτρα το χωριό αριθμεί 45 ξύλινα σπίτια και 1 Μπαρόκ εκκλησία. 2 σπίτια έχουν μετατραπεί σε μουσεία με είδη καθημερινής ζωής και εργασίας.         

Πανέμορφο το χωριό και άξιο για επίσκεψη, μόνο και μόνο να στέκεσαι στο κέντρο του παραδοσιακού χωριού και να βλέπεις την φύση που το περιτριγυρίζει, αξίζει όσο και 15… οργασμοί !!! Τελειώνουμε το περπάτημα μας στο μικρό χώρο που παίρνει το χωριό και πίσω, στον κεντρικό δρόμο για τον προορισμό ημέρας. Σαν κάνουμε λίγα μέτρα απόστασης, κάνω κλικ… δεν θυμάμαι να φόρτωσα στο μαραφέτι μου (GPS) το δωμάτιο που έκλεισα, σ΄ένα γρήγορο έλεγχο όντως δεν το έκανα ο βλάκας. Το λάπτοπ που πάντοτε κουβαλώ στα ταξίδια μου δεν έχει μπαταρία, μόνο με ρεύμα, έτσι, μόλις μπαίνουμε στο Ruzomberok στάση σε cafe για να βάλω λάπτοπ σε ρεύμα και να φορτώσω το waypoint του υποστατικού… όταν δεν έχεις μυαλό, έχεις πόδια λέει μια Κυπριακή παροιμία.

Μια μικρή ξεκούραση στα δωμάτια μας, μπανάκι και μόλις πάμε να πάρουμε μηχανές… βροχή. Περιμέναμε λίγο μέχρι να κοπάσει η βροχούλα και άμεσα στο κέντρο της μικρής πόλης. Ώρα 7 βραδινή, οδηγάμε μέσα σε πεζόδρομους, σε σοκάκια αλλά ανθρώπινη ύπαρξη σπάνιο είδος. Αρχίσαμε να ανησυχούμε αν θα βρούμε κάτι να φάμε. Μέσα στα σκοτεινά απόμερα ενός στενού, μια επιγραφή (χωρίς κόκκινο φωτάκι) λέει εστιατόριο. Περίεργο μέρος αλλά μπαίνουμε, δεν είχαμε και επιλογές, ο σερβιτόρος φιλικότατος, ο χώρος κάπως περίεργος σε όψη και θα έκλεινε στις 8:30… δεν το έχουν εδώ το μεσογειακό ταμπεραμέντο στα σίγουρα. Δούλεψε και Κύπρο ο σερβιτόρος έτσι η ανταλλαγή Ελληνικών λέξεων (ναι σίγουρα ήταν κ το μαλάκας) ήταν συχνή.

Μπήκαμε κι΄εμείς στο ντόπιο μοτίβο, ήμασταν στα κρεβάτια μας από τις 10, βέβαια ήμασταν κουρασμένοι… βλέπετε 15 οργασμούς, κι έτσι σύντομα το ροχαλητό γέμιζε ζεστά την όλη «γλαφυρή» νυκτερινή ατμόσφαιρα. Μουντό και κρύο πρωινό, όπως μάθατε πολύ καλά μέχρι τώρα, στις 9 ήμαστε πάνω σε φορτωμένες μηχανές και στο ψάξιμο για καφέ και κάτι να τσιμπήσουμε για πρωινό. Δεν βρίσκουμε στην πόλη έτσι ξεκινάμε τις διαδρομές με το ηθικό ακμαίο ότι θα βρούμε κάτι στο δρόμο μας σύντομα.

Ο δρόμος 59, δυτικά των μεγάλων Τάτρας, η πρώτη μας οδός με πρώτη επίσκεψη το κάστρο Orava. Οδηγάμε και όλο πάμε αλλά κάτι για πρωινό τζίφος, κεντρικός επαρχιακός ο 59 με σχετικά λιγοστή κίνηση και τσακ, ένα βενζινάδικο με πινακίδα για café μας μαγνητίζει για στάση. Με τον καπουτσίνο κι΄ένα σάντουιτς στεκόμαστε έξω του χώρου για να καταναλώσουμε, το κρύο αρκετό, σακάκι δεν βγάζουμε, τα buff βαλμένα στο λαιμό μέχρι τα κάτω χείλος ώστε να μπορούμε να μασουλάμε και να πίνουμε ζεστό καφέ. 

Η διαδρομή χωρίς κάτι να ελκύει έντονα, μέσα σε πλήρες καλυμμένο ουρανό, κρύο γύρω στους 4 βαθμούς, ντυμένοι μεχρι τα μπούνια μας οδηγεί στο κάστρο.

Σταθήκαμε από απόσταση, πάνω σε ένα μικρό γεφύρι καβάλα στις αναμμένες μοτοσικλέτες μας και το παρατηρούσαμε.

Το κάστρο Orava είναι από τα πιο εντυπωσιακά της Σλοβακίας. Κτισμένο τον 13ο αιώνα στο τότε Βασίλειο της Ουγγαρίας. Το τωρινό κάστρο έχει Αναγεννησιακό και Νέο-Γοτθικό χαρακτήρα και περιτριγυρίζεται από τον ποταμό Orava.

Στεκόμαστε εκεί για αρκετά λεπτά, όντως το κάστρο μεγάλο και πολύ επιβλητικά βαλμένο σε κορυφή λόφου. Μέσα στο κρύο που τρυπούσε κόκκαλα, τα δικά μας καημένα κοκαλάκια, κάνουμε την κυκλική μας διαδρομή για να καταλήξουμε στην πόλη Liptovsky Mikulas. Βροχή ευτυχώς δεν άρχισε, μόνο μουντάδα και χαμηλές θερμοκρασίες μας βολόδερναν. Ο δρόμος 584 από Zuberec προς Liptovsky Mikulas ήταν υποτίθεται μια επιλεγμένη και συνιστώσα διαδρομή αλλά δεν τρελαθήκαμε, δεν σταματήσαμε πουθενά για φώτο, δεν πειράζει, απολαύσαμε το κάστρο Orava τουλάχιστον.

Μετά από Liptovsky Mikulas παίρνουμε τον 537 για να μας βγάλει στα Μεγάλα Τάτρας. Σε βενζινάδικο για φουλάρισμα και τσιγάρο, το μυαλό μου παιδευόταν Πως θα βγάλουμε πέρας με το κρύο τώρα που θα πάρουμε και 2,000 μέτρα περισσότερα, η παντοτινή λύση βέβαια είναι… τα αδιάβροχα. Με το επάνω κομμάτι της αδιάβροχης στολής πλέον να κυκλώνει τα κορμιά μας, αρχίζουμε δειλά δειλά να ανηφορίζουμε τα όρη Τάτρας. Τα σκηνικό όμορφο, την μια υψομετρικές πεδιάδες και μια ανάμεσα σε δάση κάνουμε χιλιόμετρα. Βουνοκορφές δεν βλέπαμε καθόλου, η συννεφιά σκέπαζε ότι κορυφή και πλαγιά εμπεριέχει η οροσειρά. Ο δρόμος με αρκετές ισάδες και ανοικτές κυρίως στροφές και ακόμα να κάνουμε στάση, ακόμα δεν είδαμε κάτι που να αγγίζει μια στάση, ένα τσιγάρο, μια φώτο. 

Τα όρη Τάτρας είναι μέρος των Καρπαθίων ορών και είναι το φυσικό σύνορο με Πολωνία. Τα Τάτρας κατέχουν και την ψηλότερη κορυφή των Καρπαθίων, την κορυφή Gerlach στα 2,655 μέτρα. Τα Τάτρας είναι και Εθνικό πάρκο της χώρας όπως και προστατευμένη περιοχή. 

Ακόμη ψάχνουμε να δούμε αυτό που θα μας κάνει γουάο, βέβαια δεν βοηθά ούτε και ο καιρός αφού το μεγαλύτερο μέρος του είναι χωσμένο στα σύννεφα. Μάλιστα είχα βάλει και παράκαμψη στην διαδρομή εδώ ώστε να πάρω ένα μονοπάτι κάτω από την κορυφή για να την δω καλύτερα, δεν πήρα το μονοπάτι γιατί ήταν απόλυτα άσκοπο. Έτσι, συνεχίσαμε «κλονισμένοι οικτρά» από το γεγονός ότι δεν είδαμε την κορυφή και οδεύουμε στον δρόμο 537.

Στην μικρή τουριστική και παραδοσιακή μικρή πόλη Vysoke Tatry, ψάχνουμε για ένα χώρο να πιούμε ένα ζεστό, κάτι να μας ζεστάνει, είμαστε σχεδόν στα 2, 000 μέτρα με καταχνιά και κρύο να δεσπόζουν στην ατμόσφαιρα. Μπήκαμε στα ενδότερα της πόλης αλλά τίποτα, εκεί που νομίσαμε ότι είδαμε κάτι και παρκάραμε μηχανές, τελικά ήταν κλειστό. Ανοίγω μπαγκαζιέρα, αρπάζω το Ουγγρικό τσίπουρο και με συνοδεία κάτι σνακ που είχαμε μαζί μας… ομορφαίνουμε το μικρό μας κρύο διάλειμμα. Δάση πυκνά γύρω από την πόλη, παραδοσιακά ξύλινα σπίτια παντού, πολύ όμορφα και δίνουν στα σίγουρα μια ζεστή νότα αλπικού σκηνικού. 

Απ΄εδώ κατεβαίνουμε τα Τάτρας, τα Μεγάλα Τάτρας, προς πόλη Poprad. Από ψηλά και στα μακρινά μας βλέπαμε τον καιρό που άνοιγε, μια ανακούφιση, μια ανάσα γέμισε τα πνευμόνια μας που έρχονται καλύτερες ώρες για το υπόλοιπο της μέρας. Συνεχίζουμε με δρόμο 66, ο ήλιος μας βρήκε επιτέλους, βγάλαμε και λίγα επιπλέον ιμάτια που φορούσαμε και έτσι απολαμβάνουμε καλύτερα τις διαδρομές μας. Το φυσικό σκηνικό καθόλου μα καθόλου αδιάφορο, όσο μπαίναμε στις πεδιάδες ομόρφαινε όλο και περισσότερο. Μπαίνουμε αριστερά, δρόμος 531, πάρκο Narodny, εδώ τα δεδομένα άλλαξαν εντελώς. Ένα πανέμορφο τοπίο σχεδόν συνεχώς να μας ακολουθεί, σιμά με την ηλιοφάνεια, οι εικόνες έπαιρναν άριστα. Οι χαμηλές βουνοκορφές στην διαδρομή δεν ξεπερνούσαν τα 800 μέτρα, τα δάση ατέλειωτα, φάρμες, μικρά χωριουδάκια, αγελάδες, πρόβατα κι΄άλλα είδη του ζωικού βασιλείου έδιναν ένα άψογο οπτικό πεδίο της Σλοβακικής υπαίθρου. Η διαδρομή έπαιρνε άνετα 10 με θαυμαστικό χωρίς δεύτερες σκέψεις.  Ανάμενα ότι στα Μεγάλα Τάτρας θα θαύμαζα τοπία, τα Μικρά Τάτρας και πάρκο Narodny μου έδειξαν ένα φανταστικό και άξιο τοπίο πολύ πιο ενδιαφέρον από Μεγάλα Τάτρας… καμία σύγκριση τολμώ να πω.

Σχεδόν φτάνουμε στο τέρμα της Σλοβακίας, είμαστε στα τελευταία χιλιόμετρα στην χώρα και αναπολώ, σκέφτομαι μέσα στην μοναξιά του κράνους. Οφείλω να μαρτυρήσω, να πω, ότι δεν περίμενα την Σλοβακία να κατέχει τέτοια ομορφιά και ειδικότερα στα ανατολικά της. Ακόμα και στα πεδινά ή χαμηλά όρη της, το τοπίο είναι απλά πανέμορφο, χωρίς ενδοιασμούς κάνω αυτή την δήλωση μου.  

Μέσα στην απλότητα πλέον της νότιας Σλοβακίας, ακόμα και τσιγγάνικα χωριά στο πέρασμα μας, φτάνουμε την μικρούλα πόλη Rimovska Sobota για νανάκια μας. Ακόμα ήταν 4 απογευματινή, μικρή ξεκούραση στο νοικιαζόμενο δωμάτιο μας και κέντρο πόλης για καφεδάκι και περιδιάβαση. Η πόλη δεν λέει και πολλά, συμπαθητικό κέντρο αλλά μικρό και απίστευτα ήσυχο σαν πως και οι κάτοικοι της πήγαν διακοπές. Café βρήκαμε, καθίσαμε έξω βέβαια παρόλο που οι λίγοι θαμώνες του ήταν εντός για κάποιο λόγο και περιμένουμε να δούμε λίγη κίνηση, λίγη ανθρώπινη παρουσία. Μπροστά από μια όμορφη καθολική εκκλησία που δέσποζε του κέντρου ρουφάμε τον «μοναχικό» μας καφεδάκι καθώς τα όμορφα πορτοκαλοκίτρινα χρώματα του δειλινού χρωμάτιζαν τον ουρανό. 

Πρωινό συμπεριλάμβανε η τιμή που πληρώσαμε για δωμάτιο έτσι, το απολαμβάνουμε στο κλειστό σχετικά μουντό χώρο του μικρού ξενοδοχείου με θέα τον απόμερο δρόμο. Συννεφιά αρκετή αλλά άφηνε τον ήλιο σποραδικά να εμφανίζεται, με αυτά τα δεδομένα καταναλώνουμε τα τελευταία Σλοβάκικα χιλιόμετρα. Στην πόλη Putnok εισερχόμαστε στην χώρα των Ούννων, Ουγγαρία. Όμορφες πεδιάδες μας οδηγούν στα ενδότερα της χώρας, εμείς όμως θα μπούμε δεξιά στον δρόμο 2506 και ακολούθως δρόμο 2513. Απ΄εδώ θα μπούμε στα βουνά Bukk στην βορειοανατολική Ουγγαρία. Τα όρη αυτά είναι το πολύ μικρό κομμάτι, 4%, των Καρπαθίων ορών που ανήκουν στην Ουγγαρία. 

Τα όρη Bukk και τα όρη Matra πιο συγκεκριμένα απαρτίζουν τα Καρπάθια όρη στην Ουγγαρία, Ψηλότερη κορυφή είναι το Kekes στα 1014 μέτρα. Τα βουνά Bukk και η περιοχή είναι και εθνικό πάρκο με αρκετά αξιοθέατα για τον επισκέπτη.  

Πολύ ζωντανά χρώματα του δάσους από πολύ νωρίς, το πράσινο πολύ έντονο όπως επίσης και τα κιτρινοκόκκινα φύλλα πεσμένα και βαλμένα σχεδόν παντού. Φαίνεται ότι εδώ το φθινοπωρινό σκηνικό ήρθε νωρίτερα από τα όρη που έχουμε ήδη διασχίσει. Οι διαδρομές μικρές, οι στενές λωρίδες πολύ άσχημης ασφαλτόστρωσης μας ανεβάζουν νωχελικά τα βουνά. Τρύπες και καρούμπαλα σ΄ένα δρόμο που έχει να δει συντήρηση ίσως και δεκαετίες, αμαυρώνει το όλο σκηνικό, ένα πανέμορφο σκηνικό πυκνών δασών που θυμίζει έντονα νεράιδες και παραμύθια άλλων εποχών. Διαδρομή με ταχύτητες όχι πέραν των 60 χλμ/ω ανεβαίνουμε αισίως στα 850 μέτρα. Την διαδρομή μέχρι Lillafured από πόλη Eger που έκανα το 2012, βγήκα μέχρι τα 650 μέτρα αλλά με αρκετά λιγότερη χάρη και ομορφιά, καμία σύγκριση άρα πάρτε δρόμο 2513 και όχι 2505 για Lillafured. 

Φτάσαμε Lillafured, ένα μεγάλο ξενοδοχείο με παλιά αρχιτεκτονική και μια τεχνητή λίμνη γεμίζουν το χώρο. Τουριστικό μέρος όπως και τα παρακάτω Felsohamor και Alsohamor. Μικρή στάση εκεί και χωρίς κάτι άλλο να μας κρατάει στον χώρο, κατηφορίζουμε πλέον προς πόλη Miskolc. 

Διαπερνούμε και το Miskolc με νότια κατεύθυνση για Ρουμανία. Πεδιάδες ατέλειωτες, καιρός πλέον με αρκετή ηλιοφάνεια και εμείς ακάθεκτοι διανύουμε χιλιόμετρα, η θερμοκρασία κοντά στους 20 κελσίου, νιώθουμε ότι είμαστε Μεσόγειο θάλασσα. Την περίφημη οινοπεριοχή περιοχή του Tokaji, το τεχνητό δέλτα του ποταμού Tisza και η πόλη Debrecen δεν μας βγάζουν εκτός πορείας παρά το ενδιαφέρων τους υπόβαθρο. Στάσεις σε μικρά χωριά σε μικρά τοπικά υποτυπώδη café αρκετές, σε μερικές περιπτώσεις η ντόπια χωριάτικη κουλτούρα έντονα βαλμένη παντού. Περίεργα βλέμματα, σερβιτόρες σε ανδροκρατούμενο καφενέ με τεράστια ανοικτά «μπαλκόνια», καρέκλες και τραπέζια σε άσχημη κατάσταση, κοκκινωπές αποχρώσεις μέσα στον χώρο, τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα… αποτελούσαν μερικά απ΄αυτά που είδαμε στις μικρές αυθαίρετες στάσεις πριν την είσοδο μας στην Ρουμανία. Βέβαια αρκετοί Τσιγγάνοι ζουν στην ανατολική Ουγγαρία έτσι το πήρα ελαφρά το θέμα.

Απροβλημάτιστα χωρίς έλεγχο μπαίνουμε Ρουμανία, σε 10 χλμ από σύνορα η πόλη Oradea, τρομερή κίνηση στην πόλη λόγω έργων στους δρόμους μας κάνουν την ζωή δύσκολη. Βρίσκουμε το σπίτι με τα πολλά δωμάτια για ενοικίαση που προ-κρατήσαμε, μια οικογένεια που έμοιαζαν Τσιγγάνοι εκτελεί χρέη ξενοδόχων αλλά η κατάσταση είναι ψιλό μπάχαλο. Δεν πειράζει, φτάνει που είναι καθαρά, έχει κλειστό χώρο στάθμευσης και Ίντερνετ. 

Παρκάρουμε μηχανές σε χώρο με παρότρυνση της αστυνομίας για κάποιο λόγο και περπατούμε προς κέντρο. Φτάνοντας εκεί καταλάβαμε γιατί τόση αστυνόμευση, η πόλη έχει φεστιβάλ, για ποιό λόγο δεν μάθαμε αλλά το όλο μεγάλο κέντρο γεμάτο γρήγορα φαγητά, πωλήσεις διαφόρων ειδών, κλόουν, μεγάλη εξέδρα μουσικής και γεμάτο κόσμο. Ανακατευτήκαμε κι΄εμείς με τους ντόπιους, περπατήσαμε, είδαμε και φάγαμε… το τελευταίο μας ανακάτωσε λίγο τα στομαχάκια μας αλλά μια μπύρα ήταν γιατρικό μας. Το βραδάκι μας πέρασε παρέα με «κόσμο», με «ανθρώπους», επειδή εμένα μου αρέσει να κάνω διαμονές σε απομονωμένα μέρη, δάση και γενικότερα εκεί που δεν υπάρχει και πολύς πολιτισμός, ο Νεκτάριος τα έπαιξε με τόση ησυχία και τόση αποξένωση αλλά εδώ, στην Oradea, αναστήθηκε ο καημένος… έστω και για λίγο βέβαια !!!  

  Η συνήθης συννεφιά μας ανάμενε κι΄αυτό το πρωινό. Στάση σε βενζινάδικο έξω από Oradea για το απλοϊκό μας λιτό πρωινό.  Φουλάρουμε επίσης και ξεκινάμε, για νότο πλευρά. Δρόμος DN76 με αρκετά οδικά έργα κατά μήκος της, μας δυσκόλεψαν. Χωριά, χωριουδάκια, πόλεις, κωμοπόλεις… κυρίως άχαρα και χωρίς  σχεδόν τίποτε να δείξουν παρόλο που η χώρα χαίρει ΠΟΛΛΑ αξιοθέατα, ΜΑΓΕΥΤΙΚΟ τοπίο, και ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΕΣ πόλεις. Η κλασσική κίνηση, τα αμέτρητα φορτηγά, το μουντό και σχετικά άχαρο τοπίο και εμείς καβάλα στα μεγάλα μας On&Off σκοτώνουμε τις αποστάσεις, μέσα στο κράνος όμως οι σκέψεις ότι θα μπούμε και θα οδηγήσουμε μέσα στο πέρασμα της Transalpina, αποσβένουν τα κακά έχοντα. 

Κοντεύοντας στην πόλη Deva ο καιρός άνοιξε αρκετά, ψήλωσαν θερμοκρασίες και ο ήλιος εμφανίστηκε πάλι σαν από μηχανής θεός.  Στην πόλη Deva φουλάρισμα και τσίμπημα πάλι σε βενζινάδικο. Έφαγα και την παρατήρηση γιατί κάπνιζα έξω σε ανοικτό χώρο με καθίσματα… πιο ανοικτό χώρο μακριά απ΄ όλους και όλα δεν υπήρχε. Της έκανα κι΄ εγώ βέβαια αντεπίθεση γιατί η κοπελιά ήταν το άκρο άωτο της ιδιοτροπίας… λόγω πανσέληνου, λόγω μηνιαίου κύκλου, λόγω έλλειψης αντρίκιας «επέκτασης»… το σίγουρο είναι κάποιο από τα 3 (ακόμα και ο αριθμός μας λέει ποιο απ΄ όλα).

Συνεχίζουμε με τον δρόμο 66 για Petrosani, κοντεύοντας η ύπαιθρος πήρε χαρακτήρα, φάρμες και αγροτική κουλτούρα έντονα στο οπτικό μας πεδίο. Περνάμε το μικρό Petrosani και αρχίζουμε αργά να παίρνουμε υψόμετρο. Πολύ σύντομα κάνουμε είσοδο (δρόμος 7Α) στα βουνά Parang που συγκαταλέγονται στα Νότια Καρπάθια όπου διαπερνούν την χώρα των Δάκων, είναι τα 2α ψηλότερα όρη στα Ρουμάνικα Καρπάθια. Τι βλέπουμε?? Ένα πανέμορφο σκηνικό σαν φαράγγι πνιγμένο στα κιτρινισμένα φθινοπωρινά δάση με πεύκα κυρίως.

Ο μικρούλης δρόμος με άσχημη επιφάνεια και αρκετές τρύπες διαπερνά ένα υπέροχο ορεινό άγριο τοπίο. Ψηλοί μεγάλοι βράχοι αναμειγμένοι με τα υπέροχα χρώματα του δάσους δεν σταματάνε να μαγνητίζουν τα γουρλωτά μας ματάκια. Ένα ρυάκι ακολουθά κι΄αυτό πιστά την μαγευτική μας διαδρομή, πατάω συνεχώς το κουμπάκι της κάμερας μου για να αποτυπώνω ότι απλώνετε αδίστακτα έμπροσθεν μου. Στάσεις κι΄αυτές συχνές για φώτο, πόζες και περισσότερη απόλαυση. Το μόνο άσχημο είναι η κατάσταση του δρόμου που τις πλείστες φορές οδηγούσαμε σε χαμηλές ταχύτητες, για 3-4 χλμ είχαμε και με λάσπη να παλέψουμε. Τα Ρουμάνικα Καρπάθια ακόμα μια φορά με εξέπληξαν. Παρόλο που το πέρασμα της Transalpina είναι στον δρόμο 67C και νοτιότερα από την διασταύρωση δρόμων 67C με 7A, η διαδρομή από Petrosani είναι αρκετά πιο μαγευτική και ενδιαφέρουσα. Το 2012 έκανα την διαδρομή από Novaci (67C) και στην διασταύρωση πήγα δεξιά για Brezoi (7A). Τώρα έκανα την άλλη μισή διαδρομή που άφησα πίσω το 2012, αυτό που λάτρεψα και ξεχωρίζει από την φετινή διαδρομή, είναι το ανέβασμα στην Transalpina στα +2,000 μέτρα διαδρομή σ΄αυτόν τον υπέροχο φιδίσιο δρόμο που σε κάνει να νομίζεις ότι φτάνεις τον Θεό.

Φέτος στην διασταύρωση πήγα βόρεια στον 67C, προς πόλη Sebes. Πυκνά δάση συνεχίζουν να γεμίζουν την διαδρομή καθώς το υψόμετρο έλεγε περίπου 1,850 μέτρα. Κατηφοριά πλέον, η ασφαλτόστρωση πλέον έγινε τέλεια και έτσι ήρεμα και χαλαρά τελειώνουμε τις ημερήσιες αποστάσεις. 

Το μαραφέτι μου έλεγε στα 150 μέτρα να μπω δεξιά, χωματόδρομος με πυκνό δάσος και σε 400 μέτρα φτάνω σ΄ένα ξέφωτο, ένα μοτέλ με σχετικά Αλπική όψη κείτεται μόνο του. Παρκάρουμε μπροστά στα μεγάλα παράθυρα της τραπεζαρίας υποθέτω και μια υπέροχη εικόνα καθρεφτίζει μπροστά μου… πεύκα πυκνά να σταματούν πάνω στο μπλε της λίμνης Oasa. Τα δωμάτια μας έβλεπαν την λίμνη, ένα ζευγάρι κάπως ηλικιωμένο με χωρίς ίχνος γνώσης της Αγγλικής γλώσσας μας άναψαν και το καλοριφέρ γιατί θα έχει κρύο… πως το κατάλαβα?? Απλό, έκανε την κίνηση του κορμιού που κρυώνει ρε παιδιά, τίποτα το ιδιαίτερο να αντιληφθώ.

Αλλάζω ρούχα, ντυμένος αρκετά ζεστά κατεβαίνω στο ξύλινο κιόσκι με θέα την λίμνη, μαζί μου έφερα το  Ουγγρικό τσίπουρο που κουβαλώ συνεχώς στην μπαγκαζιέρα μου και τις σημειώσεις μου του ταξιδιού… καλύτερο μέρος για να γράψω δύσκολα θα βρω, είναι απ΄ αυτές τις στιγμές που μένουν, στιγμές τέτοιες που μένουν απλά αξέχαστες… οι Αναμνήσεις του Δρόμου. 

Εκεί λοιπόν στο κρύο του απογεύματος και με τον Νεκτάριο να σκέφτεται πότε να κόψει τις φλέβες του, απολαμβάνω την ησυχία και την απέραντη φύση που με περιτριγυρίζει. Στον χώρο μόνο ελάφια και αρκούδες λείπουν, αυτό θα ταίριαζε περισσότερο παρά 2 άντρες και 2 μηχανές.  

Ζεστές σούπες μας περίμεναν στην τραπεζαρία με μπόλικη λαϊκή παραδοσιακή διακόσμηση και σίγουρα Ρουμάνικο τσίπουρο αυτήν την φορά από αχλάδι. Ακόμη ένα ζευγάρι κατέβηκε στην τραπεζαρία κι΄ έτσι ευτυχώς ο Νεκτάριος αποφάσισε να μην ματώσει τα χέρια του, έδωσε ακόμα 1 μέρα διορία στον εαυτό του. Ακολούθησε κρεατικό βέβαια και με το τσίπουρο (palinka) να ρέει άφθονο, βοήθημα ήταν το τσίπουρο βέβαια για να κοιμηθούμε ευκολότερα.  

Βροχή έπεφτε από πρωινές ώρες, το ξέραμε βέβαια, ωραία αίσθηση να είσαι στο κρεβάτι σκεπασμένος ζεστά και να ακούς την βροχή να βαράει την οροφή. Πακετάραμε και κάτω για πρωινό, αυγά, τηγανισμένο λίπος (ντόπια λιχουδιά), ψωμί, τυρί και σαλάμι μας περίμεναν και σίγουρα καφές. Βάζουμε πλήρες αδιάβροχα, φορτώνουμε και φεύγουμε. Η βροχή ευτυχώς δεν ήταν καταρρακτώδης έτσι δεν μας ενοχλεί πουθενά. Και με τις θερμοκρασίες γύρω στους 5 κελσίου κατεβαίνουμε τον διάσημο 67C για Sebes. Το ημερήσιο πρόγραμμα διαδρομών έλεγε να βγούμε πέρασμα Transfagarasan, επισκέψεις σε κάστρα Bran και Raznov και με κατάληξη στην όμορφη μεσαιωνική πόλη του Brasov όπου καλοί παλιοί φίλοι μας αναμένουν, η όλη διαδρομή έλεγε 420 χλμ, πολλά για μια μέρα αλλά δεν είχαμε επιπλέον μέρα για να χωρίσουμε την διαδρομή σε 2 κομμάτια. 

Περάσαμε και το επίσης υπέροχο Sibiu και είμαστε στον δρόμο DN1, μέχρι εδώ η βροχή το πολύ να σταμάτησε 2 φορές και με το αεράκι να βαράει λιγάκι, το κρύο γίνετε εντονότερο. Ψες βράδυ σε συνομιλία με τον φίλο Mihai από Brasov, μου ανάφερε χαμηλές θερμοκρασίες και παγετό ειδικότερα σε υψόμετρα άνω των 1,000 μέτρων. Στα δεξιά μου βλέπω τα βουνά Fagaras όπου και το πέρασμα να είναι καλυμμένα από πυκνά σύννεφα. Η βροχή συνέχιζε, η θερμοκρασίες γύρω στους 6 κελσίου, άρα εκεί πάνω το πιο πιθανόν είναι να βρούμε παγετό αφού θα φτάναμε γύρω στα 2,000 μέτρα με αποτέλεσμα ή να γυρίσουμε πίσω ή να φτάσουμε πολύ αργά στο Brasov που μας περίμεναν. Η απόφαση βγήκε μέσα στο κράνος… συνεχίζουμε για Brasov κι΄ έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να το περπατήσουμε με την ησυχία και άνεση μας αφού τα καιρικά φαινόμενα δεν μας επιτρέπουν.  

Μέσα στην συνεχή βροχή και χώρις στάση, εκτός από στάση στο οχυρό του Fagaras στην ομώνυμη μικρή πόλη, νωρίς απόγευμα είμαστε σπίτι του Mihai & Christina.

Βγάζουμε αδιάβροχα, βγάζουμε ότι είχε σχέση με μοτοσυκλέτα και βροχή και πάμε κέντρο της πόλης για περπατητή περιδιάβαση, τα έχω ξαναδεί βέβαια αλλά ακόμη μια φορά θα με βοηθήσει να τα εμπεδώσω καλύτερα.

 Η πόλη έχει απομεινάρια από την Νεολιθική εποχή, Τρανσυλβανοί-Σάξονες την ανάπτυξαν τον Μεσαίωνα. Η πόλη την εποχή του κομουνισμού λεγόταν πόλη του Στάλιν (Orasul Stalin), πολύ παλαιότερα ονομαζόταν και Στεφανόπολης (κορώνα + πόλης) για να δείξει το μεγαλείο της. Τον 17ο μέχρι τον 19ο αιώνα υπήρχε και Ελληνική κοινότητα στην πόλη 

Παρκάρουμε κάρο (αυτοκίνητο) και σκοπός μας είναι να περπατήσουμε την κεντρική παλιά πλατεία, την Piata Sfatului. Όλα σχεδόν τα κτίρια είναι Αναγεννησιακά και Γοτθικά, περπατώντας πρώτα περάσαμε την μαύρη εκκλησία που ακόμα (από το 2012 που ήμουν πάλι) αναπαλαίωση συνεχίζεται . Η 5η στενότερη οδός του κόσμου είναι προνόμιο της πόλης, η Strada Sforii με πλάτος από 111 μέχρι 135 εκατοστών και μήκος 80 μέτρων. Πολλά είδαμε, πολλά περπατήσαμε, αψίδες, κτίρια, εκκλησιές, ιστορία παλιά και πρόσφατη παντού που σίγουρα δεν μπορώ να τα θυμάμαι, είναι όλα σε βίντεο και φώτο για το αρχείο μου.

Μπήκαμε στην υπέροχη γραφική πλατεία με τα υπέροχα κτίρια άλλων εποχών και κάτσαμε για υγρά, μας περίμενε φαίνεται ο θεός να πάρουμε τις θέσεις μας και τότε, άνοιξε τους ουρανούς. Τι ντουλάπια, τι ερμάρια, το τι έπιπλο έριξε δεν λέγετε. Οι μπύρες όμως ήταν στο τραπέζι μας έτοιμες για άμεση κατανάλωση. Άμα ηρέμησε και η μπόρα πλέον, πήραμε τα ιμάτια μας και συνεχίσαμε να χαζολογούμε της περιοχής με τους οικοδεσπότες μας να εκτελούν χρέη ξεναγών. 

Νύχτωσε, το κρύο εντονότερο με τα στομαχάκια τα καημένα να ουρλιάζουν από ανάγκη σίτισης. Τα παιδιά, εκ Ρουμανίας, με ήξεραν στο τι γουστάρω έτσι απευθείας σε τοπικό παραδοσιακό γαστρονομικό οίκο εκ γύμνασης γνάθων. Σε αμπάρια μπήκαμε καθώς κατεβήκαμε καμιά 20αριά σκαλοπάτια, πέτρα επενδύει τους τοίχους και καμάρες διαχωρίζουν τον χώρο. Μπόλικη πελατεία όπως και μπόλικα τα γκαρσόνια δείχνοντας έτσι θα φάμε απ΄τα καλύτερα. Μπύρες και κρασιά έφτασαν πρώτα και σαν μεζές, τηγανισμένο χοιρινό κρέας και λίπος μαγειρεμένα παραδοσιακά. Ακολούθως, μια τεράστια πιατέλα με λογής λογής κρεατικών και πατάτες αφέθηκε στο κέντρο του τραπεζιού… δεν πήρα ώρα αλλά η πιατέλα αδείασε άρδην. Πιρούνια και μαχαίρια πετάγονταν από κάθε πλευρά του τραπεζιού που σε κάποια σημεία είχαμε και θέματα σοβαρών τραυματισμών. Το ότι την κάναμε ταράτσα περιττό να μπω σε επιπλέον σχόλια. Την αράξαμε σε στυλ πασάς στις παλιού τύπου ασήκωτες καρέκλες για χώνεψη και επίσης να συνεχίσουμε το πείραγμα ποιος έχεις την καλύτερη/χειρότερη μηχανή… και ο νοών νοείτο περί σοβαρότητας.      

Παραδοσιακά και πάλι (ναι, η παράδοση ρέει άφθονα στην μαλακία που μας βολοδέρνει), πρωινό στο διαμέρισμα του Mihai & Christina, πάλι αραδιασμένα τυριά, ζαμπόν, σαλάμι, ψωμί, ντομάτες και καφές. Κουβεντούλα για το πότε θα κατεβούν Κύπρο τα παιδιά εκ Ρουμανίας, μια ενημέρωση από τον Mihai ότι ίσως βρούμε πάγο τα πρώτα 60 χλμ προς Βουκουρέστι, μας δίνει στον καθένα μας σε πλαστικό μπουκάλι νερού των 500ml Ρουμανικό τσίπουρο, τους ευχαριστούμε και αποχαιρετούμε πολύ ζεστά και φεύγουμε σ΄ένα μουντό κρύο πρωινό. Βάλαμε και αδιάβροχα μπας και ανοίξουν πάλι οι ουρανοί και είμαστε μέσα στον δρόμο DN1. Είχαμε 1-2 επισκέψεις στα σκαριά αλλά τις βγάλαμε έξω, κίνηση και ο καιρός έπαιξαν καταλυτικό ρόλο προς τις ακυρώσεις.

Πάγο δεν βρήκαμε, πολύ λίγο έβρεξε και με αυτό το μοτίβο φτάνουμε Βουκουρέστι. Παρόλο που χειρίζομαι χρόνια το μαραφέτι μου, για κάποιο λόγο δεν έδωσα εμπιστοσύνη στην πορεία που μου έλεγε να πάω και που ήταν και προ-σχεδιασμένη, έτσι παίρνω άλλο δρόμο στον περιφερειακό του Βουκουρεστίου. Σύντομα όμως καταλαβαίνω το οικτρό μου λάθος, προσπαθώ να το διορθώσω και με επακόλουθο να μπω στην τρελή κίνηση της πόλης. Και όπως καταλάβατε, έχω επικαλεστεί χριστούς και παναγίες και ότι βρομόστομη λέξη είχα στο ευγενές μου λεξιλόγιο… την ξεφούρνισα.

Μετά από καμιά 40 λεπτά βλακώδους καθυστέρησης, συνεχίζουμε την «σωστή» μας πορεία προς σύνορα Ruse, να μπούμε Βουλγαρία. Για ακόμη φορά ο γαλάζιος Δούναβης εκτελεί χρέη συνοριακού. Στο έμπα της Βουλγαρία, σύννεφα, κρύο, μουντάδα έγιναν άφαντα. Ήλιος και ψηλές θερμοκρασίες μας καλωσορίζουν στην χώρα των Ονόγουρων. Δρόμος 5 για Veliko Tarnovo και αλλάζουμε στον 4 για χωριό Idilevo. Στο Idilevo είναι MotoCamp Βουλγαρίας, ένας χώρος για κάμπινγκ και δωμάτια για μοτοσικλετιστές. Μπαίνουμε στο μικρό χωριό και πινακίδες μας καθοδηγούν στον χώρο, οι ψηλές ξυλόπορτες κλειστές, σε μερικά λεπτά ένας ψηλόλιγνος ασπρομάλλης μας ανοίγει και μπαίνουμε. Ο ασπρομάλλης ήταν απλά πελάτης, έφτιαχνε ένα παλιό BMW GS 650 κάτω από μια κληματαριά. Πιάνουμε την κουβέντα, Καναδός συνταξιούχος που ταξιδεύει τους καλοκαιρινούς μήνες σε Ευρώπη και αφήνει την μηχανή του εδώ για χειμώνα. Σε λίγο, ένα Transalp 650 σε άψογη κατάσταση μπαίνει κι΄αυτό στον χώρο. Ένας Ιρλανδός τώρα, 45άρης περίπου, θα άφηνε κι΄αυτός την Transalp για τον χειμώνα. Αράξαμε τα λιγοστά μας πραγματάκια στα στολισμένα ζεστά δωματιάκια που είχαν απ΄έξω ονομασίες, Honda – Yamaha – Harley – Suzuki - BMW κ.λ.π. . O Νεκτάριος πήρε φυσικά το BMW κι΄ εγώ αναγκαστικά να πάρω το Harley γιατί δεν είχε Triumph, βέβαια έκανα επίσημο παράπονο γι΄αυτό το «ρατσιστικό» γεγονός… καλά δεν έκανα???

Ο χώρος έχει και γκαράζ, μια μεγάλη αυλή στην μέση και ο χώρος για κάμπινγκ πιο μέσα. Ένας σκεπασμένος χώρος μ΄ένα ψυγείο εκτελεί χρέη μπαρ και επάνω στον πάγκο ένα τετράδιο που γράφει ο καθένας τι παίρνει από ψυγείο. Ο κάπως περίεργος τύπος που εκτελεί χρέη συντονιστή του χώρου (οι ιδιοκτήτες είναι μια Βουλγάρα και ο Αμερικανός άντρας της), μας είπε ότι στον δρόμο έχει εστιατόριο. Νύχτωσε και μαζί με τον Ιρλανδό πάμε για βραδινό, το εστιατόριο στον κεντρικό δρόμο δεν ήταν ανοιχτό έτσι προχωρήσαμε στο επόμενο χωριό που βλέπαμε φώτα από μακριά. Περάσαμε 1-2 χωριά με την απόλυτη σιγή παντού, τελικά στην μικρή πόλη Sevlievo βρήκαμε κάτι να γεμίσουμε την γαστρονομική μας ανάγκη.

 

Πάνω από γκαράζ, ένας χώρος που μοιάζει με αχυρώνα, είναι η τραπεζαρία. Πάλι μαζί με τον Ιρλανδό παίρνουμε το αρκετά πλούσιο πρόγευμα που δεν ανάμενα να είναι με τόσες επιλογές. Εκατοντάδες αφίσες, σημαίες, αυτοκόλλητα κ.λ.π. βαλμένα παντού στην τραπεζαρία που έχουν βέβαια άμεση σχέση με τι άλλο… μοτοσικλέτες, παρατηρώντας αυτό το όλο μοτίβο ρουφάμε τον καφέ μας.

Αποχαιρετούμε τους «νέους» μοτοσικλετιστικούς φίλους και μέσα στα σχεδόν άδεια στενά του απίστευτα ήσυχου χωριού Idilevo, οδεύουμε για Gabrovo. Οι δρόμοι 609 και 5002 απόλυτα μικροί και μόνο οι τόπακες τους χρησιμοποιούν, το πρωί κάπως κρύο και με υψηλές αραιές νεφώσεις, οδεύουμε στο πολύ χαλαρά σ΄ αυτούς τους χαριτωμένους και τόσο απόμερους καθαρά επαρχιακούς δρόμους. Περάσαμε από αρκετά μικρά χωριά, κόσμο λίγο είδαμε, αυτοκίνητα το ίδιο, και αυτούς τους λίγους που είδαμε, οι ήσυχοι ήχοι από τους κινητήρες μας τους έκαναν να γυρνάμε με άμεση περιέργεια στα μάτια τους, είναι πολύ φανερό ότι σε γενικές γραμμές πολύ λίγος κόσμος διαπερνά αυτούς τους δρόμους.

Η πόλη Gabrovo σύντομα έρχεται έμπροσθεν μας, φουλάρουμε και ξεκινούμε για πέρασμα Shipka. Δρόμος 5 μας οδεύει στο πέρασμα, στο έβγα από Gabrovo, σε λίγα χιλιόμετρα, αρχίζει το πέρασμα. Πέρσι το έκανα τέλος Οκτωβρίου, φέτος αρχές του μήνα, το πέρασμα έχει λιγότερα φθινοπωρινά χρώματα χωρίς να θέλω να μειώσω τις φετινές εικόνες. Οι στροφές αρχίζουν, ελαφριά πρωινή ομίχλη παιδεύει το τοπίο αλλά του δίνει και μια επιπλέον δραματική νότα.     

Το πέρασμα Shipka έχει μήκος μόνο 13 χλμ και ανεβαίνει στα 1,400 μέτρα (άλλα λέει το Wikipedia αλλά είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο γιατί το έκανα 2 φόρες και το επιβεβαιώνω με GPS και τους χάρτες του). Το πέρασμα ανήκει στα βουνά Αίμος (Βαλκανικά όρη), Αίμος το ονομάζει η Ελληνική μυθολογία. 

Το πέρασμα έχει υπέροχο δασικό τοπίο και αρκετά καλή οδόστρωση ώστε μαζί να δένουν σ΄ ένα πραγματικά υπέροχο σκηνικό. Η ομίχλη δυναμώνει όσο ανεβαίνουμε, η περίγυρος μας γίνετε ακόμα πιο δραματική και όλα φαντάζουν μαγευτικά. Κάθε στροφή είναι μια kinder έκπληξη, ένα τόσο μικρό σε απόσταση πέρασμα αλλά τίποτε δεν του λείπει, βέβαια προσθέτει αρκετά η εποχή, το φθινόπωρο, ντύνει την όλη διαδρομή με απίστευτες φορεσιές. Στην κορυφή η ομίχλη μας επιτρέπει να βλέπουμε γύρω στα 150 μέτρα, το κρύο μπορώ να πω έντονο. Δοκιμάζουμε να βγούμε στο μνημείο Shipka αλλά η ορατότητα πέφτει κι΄ άλλο, αυτό μας αναγκάζει να επιστρέψουμε γιατί δεν θα βλέπαμε τίποτα.

Το μνημείο Shipka κτίστηκε για να μνημονεύει τους Βούλγαρους στρατιώτες που πολέμησαν εδώ στον Ρώσο-Τουρκικό πόλεμο 1877-78 βοηθώντας την χώρα τους να ελευθερωθεί. Το μνημείο, μια πέτρινη πυραμίδα,  στην κορυφή λειτουργεί και σαν μουσείο. 

Σε μια στάση στην πλατεία, στο ψηλότερο σημείο του δρόμου, μέσα σε πυκνή ομίχλη και κρύο αρχίζουμε να ρουφάμε το Ούγγρικο τσίπουρο που κουβαλάω σαν θησαυρό. Απ΄εδώ υπάρχει και δρόμος, 12 χλμ, για το Ούφο, το γνωστό μνημείο Buzludzha βέβαια από φέτος το κλείδωσαν και δεν μπορεί κανείς να μπει στο μνημείο. Ρουφήξαμε την palinka μας και κατηφορίζουμε πλέον, πολύ σύντομα η ομίχλη εξαφανίστηκε και ο ήλιος ζέστανε εμάς και ατμόσφαιρα. Ασταμάτητα στον δρόμο 5 και νότια, άχαρο τοπίο γενικώς να κυριεύει την διαδρομή μας. Δρόμοι κυρίως με μέτρια κατάσταση και το γελοίο εδώ είναι ότι έπρεπε, εκτός μοτοσυκλέτες, να έχουν vignette. Ο δρόμος 5 είναι κύρια αρτηρία έτσι και κίνηση υπήρχε ανά περιόδους και πολλές νταλίκες. Αυτό συνήθως κουράζει, είναι και επίσης ανιαρό αλλά κάποτε δεν υπάρχει εναλλακτική.

Καλύπτουμε τα 120 χλμ ανιαρά χιλιόμετρα για τον μοναδικό αρχαιολογικό χώρο του όλου ταξιδιού, το Περπερικόν (Perperikon). Ανεβαίνουμε στον λόφο και παρκάρουμε σε μια άνετη πήρα τα υπέροχα μου ποδαράκια για να δω τον χώρο. Όλο ανηφόρα και ανηφόρα, πλατεία με λίγα μαγαζάκια με σουβενίρ. Ο Νεκτάριος έμεινε στις μηχανές και εγώ την ανεβαίνω κι΄ εκείνην με τις ανάσες μου στο κόκκινο. Σε κάποιο σημείο βλέπω περπατούσα και περπατούσα, φτάνω σε μια ξύλινη απότομη πλατιά σκάλα, αρχίζω να πολύ εκνευρισμένος που δεν κατάφερα να δω τον χώρο. Τον χώρο και είμαι περίπου στα… μισά της απότομης ανηφόρας. Σχεδόν χωρίς ανάσα, λέω «δεν πάει άλλο». Πήρα την απόφαση για επιστροφή. Φτάνω λαχανιασμένος.

 

Το Περπερικόν ήταν μια από τις σημαντικότερες Θρακικές πόλεις και είναι κτισμένη σε λόφο με 500 μέτρα ύψος. Από την εποχή του Χαλκού η περιοχή και ο λόφος κατείχε ανθρώπινη παρουσία. Διαφορετικά κτίσματα, βωμός – βασιλική – παλάτι κ.λ.π. – λένε ότι η πόλη ζούσε και τους Ρωμαϊκούς χρόνους μέχρι ακόμα και αρχές του Μεσαίωνα. Αρχαίες Ελληνικές επιγραφές που βρέθηκαν εδώ, ακόμα δεν μπόρεσαν να αποκρυπτογραφηθούν.       

Ακόμη μέσα στα νεύρα γιατί δεν κατάφερα να βγω τον λόφο, καβαλάμε και φεύγουμε. Μέσα στις λοφώδης περιοχές οδεύουμε για Kardzali, ο δρόμος 865 μας συνεχίζει για Smolyan και με αρκετά Τζαμιά να δεσπόζουν σε χωριά, Πομάκοι μάλλον θα΄ναι . Όσο οι αποστάσεις μικραίνουν προς Smolyan, το τοπίο γίνετε ορεινό, μπαίνουμε στην οροσειρά της Ροδόπης. Οι εικόνες εμπλουτίζονται, το υψόμετρο ανεβαίνει αργά αλλά σταθερά, στο σκηνικό μπαίνει ο ποταμός Άρδας και το όλο πλέον σκηνικό μαγεύει. Στροφές ανοιχτές με πανέμορφο τοπίο στο βάθος και στα δεξιά μας όπου ο Άρδας δημιουργά. 

Η οροσειρά της Ροδόπης ανήκει το 83% στην Βουλγαρία και το υπόλοιπο στην Ελλάδα. Ψηλότερη κορυφή το Golyam Perelik στα 2,191 μέτρα που βρίσκετε στα δυτικά της πόλης Smolyan. Η μυθολογία μας λέει ότι το όνομα της το πήρε από την Θρακική βασίλισσα Ροδόπη. Το μήκος της είναι 240 χλμ και είναι γνωστή για τα μεγαλύτερα δάση κωνοφόρων δέντρων.

Δάση, όμορφα ως πανέμορφα ορεινά τοπία συνεχίζουν να μας συνοδεύουν ασταμάτητα. Η βαρεμάρα είναι λέξη και συναίσθημα ανύπαρκτο κι΄ αυτό οφείλεται καθαρά στην υπέροχη αυτή οροσειρά. Με αργές χαλαρές ταχύτητες στους οδούς της Ροδόπης και με το χαμόγελο στα χείλη παρόλο του ότι έχουμε 350 χλμ στα κοκαλάκια μου κυρίως σε ανιαρές διαδρομές, βλέπε από Shipka μέχρι Perperikon, φτάνουμε στην μικρή πόλη Smolyan.

Βρίσκουμε δύσκολα το σπιτάκι που νοικιάσαμε αφού μας «πήδηξε» το αγαπητό

μαραφέτι μου. Κατεβήκαμε κέντρο, περπατήσαμε στον πεζοδρόμιο αλλά δεν έλεγε και πολλά παρόλο που η πόλη είναι και χειμωνιάτικος προορισμός για Σκι. Συννεφιά και μια μουντάδα υπερίσχυαν στην μικρή πόλη, μια χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα θα την ονόμαζα. Λίγος κόσμος να κινείτε, να περπατά στα πεζοδρόμια, η ζωντάνια έλειπε παντελώς. 

Τελευταία μέρα ταξιδιού, πρόγευμα δεν είχαμε στο σπιτάκι που νοικιάσαμε, έτσι, μετά το ξύπνημα, φορτώνουμε και φεύγουμε. Για καλημέρα, γιατί πάλι δεν έδωσα εμπιστοσύνη στο μαραφέτι μου, ανεβαίνουμε υψόμετρο, φτάσαμε μέχρι και 1,800 μέτρα με τον ήλιο να γεμίζει τον ουρανό αλλά με το κρύο να βαράει, στο πάρκο Pamporovo μπήκαμε. Βέβαια δεν φταίω εγώ 100%, το GPS ήθελε να με πάρει από ένα δρόμο που δεν μου πολύ φάνταζε για τον σωστό έτσι πήρα τον πιο «σίγουρο».  Το ταξίδι είχε πολλές διαδρομές και δεν μπορούσα να θυμάμαι όλες και επίσης, επειδή το μαραφέτι μου κάποιες λίγες φορές μου έκανε την στραβή και σαν απατημένος ιδιοκτήτης του, μου έμεινε η δυσπιστία.  

Τα κωνοφόρα όντως γεμίζουν τα δάση της Ροδόπης, εδώ πάνω, στο πάρκο Pamporovo δάση πολύ πυκνά δεσπόζουν. Κάτι για πρωινό ακόμα δεν φάνηκε, κατεβαίνουμε πλέον. Μέσα στο ορεινό τοπίο διαπερνώντας χωριά, κυρίως άχαρα και φτωχά με λίγα σημάδια «πολιτισμού» και ευμάρειας, συνεχίζουμε τον γυρεμό για μια Ιθάκη… ένας μέρος ρε παιδιά να πιούμε ένα καφέ σαν άνθρωποι και κάτι για να γεμίσει τα νηστικά μας στομαχάκια. Δεν γυρεύουμε κάτι κυριλέ ή κάτι του δικού μας τύπου, θα λάτρευα να κάτσω με τους ντόπιους σ΄ένα δικό τους ντόπιο καφενείο αλλά μας μέλλει όπως φαίνεται. 

Και εκεί που χάσαμε κάθε ελπίδα για καφεΐνη, ένα υπέροχο πέτρινο γεφύρι τύπου Ζαγόρια κάνει την εμφάνιση του, τα απέναντι σπίτια και αυτά υπέροχα και σε παραδοσιακό στυλ κτισμένα, κι΄ εγώ αναμένω τη έπεται για συνέχεια… στην επόμενη στροφή όλα αποκαλύφθηκαν, ένα υπέροχο παραδοσιακό χωριό με πέτρα όλα κτισμένα. Σταματάμε χωρίς δεύτερες σκέψεις για να απολαύσουμε το μαγικό χωριό του Αη Βασίλη, απέναντι μας ένα μικρό μπακάλικο, μπαίνουμε, αρπάζουμε 2 έτοιμους καφέδες και διάφορα κρουασανάκια τύπου 7Days και έξω για να πάρουμε το gourmet πρωινό μας σε μια υπέροχη παραδοσιακή γειτονιά.

Tο χωριό ονομάζεται Shiroka Laka και είναι υπέροχα τοποθετημένο στα 1,205 μέτρα. Καθαρά Χριστιανοί Ορθόδοξοι οι 500 περίπου κάτοικοι του και το χωριό είναι κτισμένο σε αυθεντικό στυλ της ορεινής Ροδόπης. Το έκτισαν Βούλγαροι χριστιανοί τον 17ο αιώνα που ήρθαν εδώ για να αποφύγουν τον εξισλαμισμό.    

Καθίσαμε αρκετά γιατί απλά να κάθεσαι εκεί σ΄ένα παγκάκι και να βλέπεις αυτό το υπέροχο χωριό να ζει, είναι μια εμπειρία, μια ανάμνηση του δρόμου. Ξεκινάμε επιτέλους, έχουμε καμιά 40αριά χλμ μέχρι το φαράγγι του Trigrad. Η όλη διαδρομή καθόλου ανιαρή και δεν πολυαργεί να φανεί το φαράγγι. Από αρχής δείχνει πόσο μαγευτικό και ξεχωριστό είναι, ο απίστευτα στενός του δρόμος ανάμεσα σε πανύψηλους βραχώδης «τοίχους» και το ομώνυμο ποταμάκι του να ζωγραφίζει ακόμη πιο φανταχτερά αυτό που ζούσαμε εδώ στο κρύο σκηνικό του φαραγγιού.

Το φαράγγι είναι στα 1,450 μέτρα υψόμετρο, μακρύ γύρω στα 2 χλμ, οι βράχοι έχουν ύψος μέχρι και 350 μέτρα και στενό έως 100 μέτρα

Η οδήγηση είναι πραγματικά υπέροχη, μοναδικό σκηνικό και σίγουρα δεν το χάνει κανείς εάν είναι στην περιοχή. Εδώ είναι επίσης η σπηλιά «Στόμα του Διαβόλου» που ελκύει αρκετούς, όχι εμένα, γενικά δεν μου αρέσουν επισκέψεις σε σπηλιές. Ο φιδίσιος στενός δρόμος μας οδηγεί στα «καντούνια» του φαραγγιού και ο ίδιος για επιστροφή.

100 χλμ απομένουν για να φτάσουμε Ελλάδα. Ακόμη οδηγούμε ψηλά, πάνω από 1,000 μέτρα υψόμετρο, η Ροδόπη και τα ορεινά της τοπία ακόμα καλά κρατούν, δεν νιώθουμε ανία ούτε και μοναξιά. Διαπερνούμε και το Dospat και είμαστε ακόμα στο ίδιο έργο θεατές.

Κατεβαίνοντας πια τα όρη, πολλά μουσουλμανικά χωριά στη  διαδρομή και σύντομα… σύνορα Νευροκοπίου, Ελλάδα. Εδώ πλέον είναι και το τέλος, εδώ αισίως τελειώνει το όλο ταξιδιωτικό…!!!  

Οι 8 ορεινοί όγκοι κυρίως σε χερσόνησο του Αίμου διαμέσου 9 χωρών, μας κόστισαν 6,500 χλμ συνολικά και ίσως λίγο παραπάνω. Σκοπός ήταν να δούμε, να ζήσουμε και να αποτυπώσουμε στο μυαλό μας τα καλύτερα αυτών των 8 ορών, από Περάσματα – Δάση – Διαδρομές – Λίμνες – Ιστορία και Παραδόσεις.    

Προσωπικά μιλώντας, απώτερος σκοπός κάθε ταξιδιού είναι αρκετά πράγματα, από ιστορικό υπόβαθρο μέχρι τα καλύτερα να δουν και να απολαύσουν μάτια και ψυχή μου. Δεν ξεχνώ όμως ποτέ την κουλτούρα και έθιμα κάθε λαού, πάντοτε τα γυρεύω σαν λαγωνικό. Στο ταξίδι αυτό χόρτασα βουνά, όρη και περάσματα, είμαι απόλυτα σίγουρος ότι τα καλύτερα πέρασα και τα είδα και στα σίγουρα έχω αφήσει πίσω κι΄άλλα για να δω.

Η ομορφιά τους με Μάγεψε, τα τοπία τους με Μαγνήτισαν, οι διαδρομές τους με Συνεπήραν… αυτά Γύρευα, αυτά Έψαχνα, αυτά Αναζητούσα και αυτό θα συνεχίσω να κάνω σ΄όλη μου την Μοτοσικλετιστική Ζωή… ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ !!!

 

Φωτογραφίες:





























 


















Αχιλλέας Ασκώτης & Σούλη Στυλιανού Triumph XC800

Νεκτάριος Δροσόπουλος BMW XR 1000

 


Μαγούλιανα-Βαλτεσινίκο

κείμενο/φωτογραφία: Κατσούλας Δημήτρης


 


Ιούλιος του 1825, ο Ελληνικός στρατός είχε υποστεί σοβαρές απώλειες από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Ο οργισμένος στρατιωτικός και οι αιγύπτιοι ακόλουθοί του άφηναν στο πέρασμα τους στάχτη και αίμα.  Ο Κολοκοτρώνης οχυρώνεται στα Μαγούλιανα και οργανώνει τα λιγοστά στρατεύματα του. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε να συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό Ελλήνων στρατιωτών για να αντιμετωπίσει τους Αιγύπτιους του Ιμπραήμ και έτσι αποφάσισε να εφαρμόσει την τακτική του κλεφτοπόλεμου, όμως η υπεροπλία του Ιμπραήμ τον ανάγκασε να διατάξει υποχώρηση.

κείμενο / φωτογραφίες: Αχιλλέας Ασκώτης


Η Γηραιά Ήπειρος, η Ευρώπη που αγάπησε ο αδίστακτος Δίας, εδώ που γεννήθηκαν πολιτισμοί, λαοί, είναι πολυμορφική και με άπειρη ιστορία να την ζώνει.

κείμενο / φωτογραφίες : Κατσούλας Δημήτρης    



Βλέμμα επιθετικό, γραμμές δυναμικές, φουτουριστική σχεδίαση και  μίνιμαλ διαστάσεις. Χάρμα οφθαλμών το νέο Tracer 700 της Yamaha. Πως μπορείς να απολαύσεις μια τόσο ελκυστική μοτοσικλέτα? Μα είναι ερώτηση αυτή…κράνος, μπουφάν, γάντια, μποτάκια και μιζιά…εξαφανιζόλ!

Σέριφος, με triumph Scrambler 900 efi

κείμενο/ φωτογραφίες : Δημήτρης Κατσούλας 



Σκάλες εκφόρτωσης, βαγονέτα, ερείπια κτιρίων, δαιδαλώδης γαλαρίες αλλά και βαρέα οχήματα, όλα βαμμένα στο χρώμα της σκουριάς και της εγκατάλειψης βρίσκονται διάσπαρτα στην βραχώδη επιφάνεια της Σερίφου μαρτυρώντας το μεταλλευτικό παρελθόν αλλά και την ανθρώπινη αδιαφορία. Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, αυτή που θέλουν να βλέπουν οι εραστές του μαζικού τουρισμού αγνοώντας το αιματοβαμμένο παρελθόν της σιδηράς νήσου των Κυκλάδων. Ο ταξιδευτής όμως γνωρίζει που θα βρεθεί, τι θα αντικρίσει, τι θα γευθεί είναι προετοιμασμένος. Αυτή είναι και η διαφορά του από τον τουρίστα.